Τρίτη 6 Φεβρουαρίου 2018

J. Edgar Hoover: Ο πραγματικός Μεγάλος Αδελφός και ΠΑΤΕΡΑΣ της Αφηρημένης Αμερικάνικης Τέχνης


Στις 2 Μαΐου του 1972, πεθαίνει στη Ουάσινγκτον ένας από τους πλέον ισχυρούς και αμφιλεγόμενους άνδρες του 20ου αιώνα. Στυγερός και αποφασιστικός, δεν είναι τυχαίο ότι ο J. Edgar Hoover επιβίωσε για σχεδόν 50 χρόνια στην ηγεσία του FBI. Πρόκειται πιθανότατα, για τον άνθρωπο που ανταποκρίθηκε ιδανικότερα από κάθε άλλον στο ρόλο του Μεγάλου Αδελφού.
Γεννιέται στη Ουάσινγκτον την Πρωτοχρονιά του 1895, και μεγαλώνει σε απόσταση αναπνοής από το Καπιτώλιο των ΗΠΑ. Σπουδάζει νομικά και σε ηλικία μόλις 24 χρονών, γίνεται το δεξί χέρι του υπουργού Δικαιοσύνης, Mitchell Palmer, και αναλαμβάνει τη δίωξη αριστερών και ριζοσπαστικών οργανώσεων.  Η λίστα του Hoover είχε περισσότερα από 450.000 «ύποπτα» ονόματα και τη βραδιά της δεύτερης επετείου της Οκτωβριανής Επανάστασης, η αστυνομία προχωρά σε 10.000 συλλήψεις κομουνιστών και αναρχικώνσε 23 πόλεις των ΗΠΑ, υπό τις οδηγίες του. Έχει εμμονή με την Emma Goldmanκαι τον Alexander Berkman, και ξεκινάει προσωπική σταυροφορία για την απέλασή τους από την Αμερική. Τους θεωρεί «χωρίς αμφιβολία, δύο από τους πιο επικίνδυνους αναρχικούς στη χώρα».Τους κατασκοπεύει, καταθέτει «στοιχεία» εις βάρος τους και είναι παρών στις 5 τα χαράματα στο λιμάνι, για να παρακολουθήσει την απέλασή τους!
Στις 10 Μαΐου 1924, διορίζεται από τον Αμερικανό πρόεδρο, Calvin Coolidge, διευθυντής του Bureau of Investigation (πρόδρομος του FBI), θέση στην οποία θα παραμείνει μέχρι το τέλος της ζωής του. Η εξουσία του είναι αδιαμφισβήτητη και προχωράει αμέσως σε ολική αναδιάρθρωση των μυστικών υπηρεσιών. Κάνει μαζικές εκκαθαρίσεις, τόσο των «ηλίθιων σαν νταλικέρηδες» -όπως λέει- πρακτόρων, όσο και αυτών που απειλούν να του κλέψουν τη δόξα. Εφαρμόζει ένα αυστηρότατο σύστημα διαλογής, εκπαίδευσης και επιθεώρησης του προσωπικού, εισάγει τελευταίας τεχνολογίας κατασκοπευτικές, εγκληματολογικές και αστυνομικές μεθόδους και στήνει ένα πανίσχυρο αστυνομικό δίκτυο σε ολόκληρη τη χώρα.
Ωστόσο, ο Hoover διστάζει να αντιμετωπίσει το οργανωμένο έγκλημα που μεγαλουργεί στην Αμερική της δεκαετίας του ’30, γνωρίζοντας πολύ καλά πως οι δυνάμεις του δεν επαρκούν, και προσπαθεί να υποβαθμίσει το φαινόμενο. Όταν όμως οι πράκτορες των υπηρεσιών του θα συλλάβουν ή θα σκοτώσουν ορισμένα «μεγάλα κεφάλια» της μαφίας (John Dillinger, Alvin Karpis, Machine Gun Kelly), ο Hoover θα εκμεταλλευτεί την περίσταση, θα πάρει την κοινή γνώμη με το μέρος του, θα ζητήσει περισσότερες εξουσίες για το Γραφείο Ερευνών και το 1939, θα το μετονομάσει σε Federal Bureau of Investigation, ή FBI. Ο Hoover αντιλαμβάνεται πλήρως την πολιτική επιρροή της τηλεόρασης και του κινηματογράφου, και προσπαθεί να θέσει τη βιομηχανία του θεάματος υπό τον έλεγχό του.
Το 1950, η «αμερικανική Γκεστάπο» -όπως χαρακτήρισε το FBI o Ernest Hemingway- εκδίδει τα «Κόκκινα Κανάλια», μια μαύρη λίστα με αριστερούς και προοδευτικούς καλλιτέχνες, και τη μοιράζει στα αμερικανικά μίντια. «Δε θα φοβόμουν για τίποτα εάν περισσότεροι Αμερικάνοι είχαν τη θέρμη, το ζήλο, την επιμονή και τη θέληση να μάθουν για την απειλή του Κόκκινου φασισμού. Φοβάμαι όμως για του φιλελεύθερους και τους προοδευτικούς, οι οποίοι έχουν εξαπατηθεί και έχουν ενώσει τις δυνάμεις τους με τους κομουνιστές», λέει ο Edgar Hoover. Το 1959, το FBI έχει 489 πράκτορες να κατασκοπεύουν κομουνιστές, και μόλις 4 για τη μαφία.
Οι πρακτικές του Hoover είναι πέρα για πέρα αυταρχικές, ύπουλες και πολύ συχνά παράνομες, πράγμα «λογικό» για έναν άνθρωπο που ακόμα και οι πλανητάρχες δεν μπορούσαν να καθαιρέσουν (τουλάχιστον οι Truman, Kennedy και Johnson που προσπάθησαν). Ο Hoover τους παρακολουθούσε όλους, και είχε πάντα επαρκή στοιχεία για να τους εκβιάσει. Το 1956, ο Hoover θέτει σε εφαρμογή το μυστικό πρόγραμμα COINTELPRO, με το οποίο θα κατάφερνε να παρακάμψει τη νομοθεσία που δεν του επέτρεπε να διώκει άτομα για τις πολιτικές τους πεποιθήσεις. Η κατασκοπία, οι διαρρήξεις, οι υποκλοπές, το «φύτεμα» και η παραποίηση στοιχείων, η διάδοση ψευδών φημών και o εθισμός του Los Angeles στα ναρκωτικά, είναι μερικές μόνο από τις μεθόδους του FBI.
Στόχος είναι τα κινήματα για τα πολιτικά δικαιώματα της εποχής, και συγκεκριμένα οι Μαύροι Πάνθηρες και το SCLC του Martin Luther King. Ο Hoover θα αποκτήσει μια ιδιαίτερη εμμονή προς τον King, στέλνοντας στη γυναίκα του ντοκουμέντα με τις απιστίες του πάστορα και στον ίδιο, απειλητικές επιστολές με τις οποίες του ζητάει να αυτοκτονήσει.
Ο J. Edgar Hoover θα πεθάνει στις 2 Μαΐου 1972 από φυσικά –μάλλον- αίτια και θα αφήσει πίσω του μια από τις πιο αδίστακτες και αποτελεσματικές αστυνομικές υπηρεσίες όλων των εποχών. Στα 48 χρόνια της απόλυτης πολιτικής εξουσίας του, κατάφερε να δει 8 Αμερικανούς πρόεδρους να έρχονται και να φεύγουν, και να κρατήσει την Αμερική καθαρή από κάθε αντιδραστικό στοιχείο που απειλούσε την «ασφάλεια» και την «ελευθερία» της.


Η Μοντέρνα Τέχνη ως όπλο της CIA

Απο το :http://tvxs.gr


Που να το φανταζόντουσαν οι Jackson Pollock, Willem de Kooning, Mark Rothko και οι υπόλοιποι εκφραστές του Αφηρημένου Εξπρεσιονισμού πως, παρά τη θέλησή τους, ενεργούσαν ως μυστικοί πράκτορες της CIA στον Ψυχρό Πόλεμο. Η λεγόμενη Σχολή της Νέας Υόρκης, ίσως το πρώτο καλλιτεχνικό ρεύμα με αφετήρια την Αμερική, φαινομενικά αποτελούσε το πολιτισμικό αντίδοτο στο συντηρητισμό της μεταπολεμικής αμερικανικής κοινωνίας και το δόγμα του μακαρθισμού, αλλά, όπως αποκαλύφθηκε πολύ αργότερα, οι μυστικές υπηρεσίες των ΗΠΑ καλλιεργούσαν και προωθούσαν το ρεύμα αυτό για περισσότερα από 20 χρόνια.
Η σχέση αυτή μοιάζει τουλάχιστον παράξενη, αφού τις δεκαετίες του '50 και '60 η συντριπτική πλειοψηφία των Αμερικάνων απεχθάνονταν τη Μοντέρνα Τέχνη, με τον πρόεδρο Truman να δηλώνει χαρακτηριστικά (σε ελεύθερη μετάφραση): «Αν αυτό είναι τέχνη, εγώ είμαι Κινέζος.» Επίσης, στους κόλπους των avant-garde συγγραφέων, μουσικών, ζωγράφων και διανοούμενων οι περισσότεροι ήταν πρώην κομουνιστές, αναρχικοί, αλκοολικοί και γενικότερα περιθωριακοί για την αμερικανική κοινή γνώμη της εποχής McCarthy.
Από που κι ως που λοιπόν η CIA τους υποστήριζε; Ο λόγος είναι απλός: Η πολιτιστική προπαγάνδα στα πλαίσια του Ψυχρού Πολέμου απαιτούσε από την Αμερική να βγάζει μια εικόνα προοδευτικής, ανοιχτόμυαλης και ανεκτικής κοινωνίας, κόντρα στις κατηγορίες των Σοβιετικών για την πολιτιστική έρημο του καπιταλισμού. Ο Αφηρημένος Εξπρεσιονισμός έκανε τον Σοσιαλιστικό Ρεαλισμό να μοιάζει πιο μονολιθικός, κατευθυνόμενος και αποστειρωμένος απ’ ότι ήδη ήταν. Η Αμερική έκανε ένα μεγάλο βήμα στη μάχη για τις ψυχές και τα μυαλά των ανθρώπων, αφού μετατόπιζε για πρώτη φορά την πολιτιστική κυριαρχία από το Παρίσι στη Νέα Υόρκη.
Η στρατηγική αυτή, που ήταν γνωστή ως «το μακρύ λουρί,» είχε ως κέντρο το λεγόμενο Κογκρέσο Πολιτισμικής Ελευθερίας, μια ένωση από διανοούμενους και καλλιτέχνες με γραφεία σε 35 χώρες, που προωθούσε εκθέσεις και εκδηλώσεις, εξέδιδε καλλιτεχνικά περιοδικά όπως το Encounter και πρόσφερε καταφύγιο στους κατατρεγμένους καλλιτέχνες από το πρώην σοβιετικό μπλοκ. Ο οργανισμός στήθηκε το 1950 από τη CIA και είχε ως επικεφαλής έναν πράκτορά της, κάτι που φυσικά έπρεπε να μείνει μυστικό από τα μέλη του, τα οποία δεν είχαν την παραμικρή εκτίμηση για την κυβέρνηση και τη CIA, και μάλλον ήταν ιδεολογικά πιο κοντά στη Μόσχα απ’ ότι στη Ουάσινγκτον.
Οι μυστικές υπηρεσίες είχαν επίσης πράκτορες στα συμβούλια των μεγαλύτερων μουσείων της Αμερικής, όπως το ΜοΜΑ (Μουσείο Μοντέρνας Τέχνης της Νέας Υόρκης) που ανήκε στον εκατομμυριούχο Nelson Rockefeller. Ο πρώτος διοικητής του τομέα εξωτερικών υποθέσεων της CIA, Tom Braden, υπήρξε γραμματέας του συγκεκριμένου μουσείου το 1949 και πολλά χρόνια μετά, ξεκαθάρισε τον σκοπό της υπηρεσίας:
«Θέλαμε να ενώσουμε τους συγγραφείς, τους μουσικούς, τους καλλιτέχνες για να αποδείξουμε πως η Δύση και οι ΗΠΑ ήταν αφοσιωμένες στην ελευθερία της έκφρασης και στα πνευματικά επιτεύγματα, χωρίς κανένα αυστηρό περιορισμό στο τι να γράφεις, να λες, να κάνεις, να ζωγραφίζεις όπως γινόταν στη Σοβιετική Ένωση. Νομίζω πως ήταν ο πιο σημαντικός τομέας των μυστικών υπηρεσιών και νομίζω πως είχε έναν τεράστιο ρόλο στον Ψυχρό Πόλεμο.» ............ΤVXS