Δευτέρα 27 Οκτωβρίου 2014

Απο τις εικονογραφήσεις των Αλφαβηταρίων του Μεσοπολέμου της Ομάδας "Τέχνη". Πρακτικά συνεδρίου ICONANDCHILD ΑΠΘ, ΠΤΔΕ. Θεσσαλονίκη. 2002

«ΤΑ ΠΑΙΔΙΑ ΣΤΙΣ ΔΙΑΚΟΠΕΣ»

Απεικονίσεις του ελευθέρου χρόνου στα  πρώτα αλφαβητάρια της Δημοτικής από τους καλλιτέχνες της ομάδας Τέχνη (1917-1937).

“Children on holidays”: Representations of the spare time at the primary reading books of new Greek language from the artists of the art group “Techni” (1917-1937).

Παναγιώτης Μπερεδήμας εκπαιδευτικός κλάδου ΠΕ08
 Υποψήφιος διδάκτωρ του Διατμηματικού Μεταπτυχιακού Προγράμματος
Παιδικό Βιβλίο και Παιδαγωγικό Υλικό του Παν/μίου Αιγαίου.

Το ερώτημα σχετικά με το αν οι εικονογραφήσεις των παιδικών βιβλίων μπορούν να μελετηθούν σαν μέρος της καλλιτεχνικής  δημιουργίας ή ξέχωρα είναι αρκετά πρόσφατο. (Κουζέλη ΄00 σ 1-5) Σημαντικοί  θεωρητικοί της τέχνης, σαν τον Gombrich μελετούν τις εικονογραφήσεις των βιβλίων χωρίς καμία διάκριση από τις άλλες εικαστικές τέχνες. Εξ άλλου και η ιστορία της εικονογράφησης από τα πρώτα της βήματα μέχρι τα μέσα του 19ου αιώνα,  πού το εικαστικό λεξιλόγιο στις εικαστικές τέχνες γίνεται το επίκεντρο της επιστημονικής ενασχόλησης, ταυτίζεται με αυτήν των υπολοίπων εικαστικών τεχνών. (Μπερεδήμας 00 σ 30-32). Σήμερα κανενός είδους καλλιτεχνική δραστηριότητα δεν εξετάζεται ξέχωρα από τα κοινωνικά συστήματα και τις τάξεις που την δημιούργησαν και που αυτή καθρεφτίζει. (Χατζηνικολάου ΄82 σ 14-22)    

Βιβλίο - αντικείμενο εμπορίου - προπαγανδιστικό όπλο.

Όσο κι αν αυτό ακούγεται παράξενο το Ελληνικό εικονογραφημένο σχολικό αλφαβητάριο είναι σχετικά νέο προϊόν. Τα πρώτα Ελληνικά αλφαβητάρια τα γνωστά σαν ALPHABETUM GRAECUM   τυπώνονται έξω από την Ελλάδα στα τέλη του 15ου αιώνα ,από ουμανιστές εκδότες,  στην Βενετία το Παρίσι και λίγο αργότερα στην Βασιλεία, φυσικά απευθύνονται σαν εμπορικό μορφωτικό προϊόν σε ενήλικες (Kουμαριανού’86 σ 31). Ο κοντινότερος μορφικά πρόγονος των σημερινών αλφαβηταρίων είναι τα δίγλωσσα  BIBLIA PAUPERUM των μέσων του 15ου αιώνα πού και αυτά απευθύνονται σε αναλφάβητους ή ολιγογράμματους ενήλικες. (Μπερεδήμας 2000.)Τα πρώτα Ελληνικά τυπογραφεία (Παυλόπουλος 95 σελ47) στην Βενετία τυπώνουν κυρίως εκκλησιαστικά βιβλία, πού όπως γνωρίζουμε χρησιμοποιούνται σαν βιβλία ανάγνωσης (Κεφαληναίου ’95 σ 16) στην υπόδουλη πατρίδα των εκδοτών και χορηγών. Την περίοδο 1771 έως το 1830 στην χώρα έρχεται πλήθος σχολικών βιβλίων, κυρίως αλφαβηταρίων, τυπωμένων τόσο από ομογενειακά κέντρα με χρηματοδότηση πλούσιων εμπόρων, νεοτερικά τα αποκαλούν τότε, όσο και από Ιεραποστολές καθολικές και προτεσταντικές.  (Μπερεδήμας 2001) Τα τυπογραφεία των Ιεραποστολών, Αγγλικών και Αμερικανικών, είναι διεσπαρμένα στην ευρύτερη περιοχή της ανατολικής Μεσογείου, Μάλτα, Σμύρνη και πιθανότατα Σύρο. Το 1931 πού έρχονται στην Αθήνα  θα γίνουν, μέσω των ντόπιων τεχνιτών που χρησιμοποιούν, το θερμοκήπιο της Ελληνικής Τυπογραφίας. (Παπαγεωργίου 96) Ένα πλήθος αλφαβηταρίων ανιχνεύεται κατά την περίοδο πού ακολουθεί πού είναι όμως δύσκολο να ταξινομηθεί επειδή προέρχεται από μεταγραφές και ανατυπώσεις παλαιοτέρων από περιστασιακούς εκδότες και τεχνίτες. Στις λιγοστές εικονογραφήσεις των «νεοτερικών» αλφαβηταρίων καθώς και στη γλώσσα τους είναι φανερή η τάση του αρχαιογνωστικού τους προσανατολισμού καθώς και η πρόθεση για σύνδεση της «φυλής» με τους «ένδοξους  προγόνους» της κλασικής αρχαιότητας. Με την απελευθέρωση ο αρχαϊσμός θα επικρατήσει σαν αδιαμφισβήτητο πολιτιστικό ιδανικό πού ενισχύεται, σύμφωνα με τον Δελμούζο, σαν αντίδραση στις δοξασίες του Fallmerayer  (Χαραλάμπους ’87 σ 26-37).

  Παιδικό αλφαβητάριο –πολιτισμική πυξίδα.

                   Για πρώτη φορά στα 1860 εμφανίζεται αλφαβητάριο (σε έκτη έκδοση) επώνυμα εικονογραφημένο από έλληνα καλλιτέχνη, τον Ιωάννη Πλατύ, πού οι εικονογραφήσεις του να έχουν δημιουργηθεί για τα κείμενά του.  Ο εικονογράφος μας έχει σπουδάσει στο Σχολείο των Τεχνών ζωγραφική και χαρακτική με δάσκαλο τον ιερομόναχο Αγαθάγγελο εκ Νιγρίτης (Τριανταφύλλου) έχοντας την υποστήριξη του Φαναριώτη Αλέξανδρου Ρίζου Ραγκαβή ο οποίος εκείνα τα χρόνια μεσουρανεί στην κοσμική και φιλολογική Αθήνα. (Χρήστου ’94  σ 218). Δεν πρέπει να μας παραξενεύει σε αυτό το αλφαβητάριο ο θεματικός προσανατολισμός των εικονογραφήσεων σε γερμανικά ρομαντικά πρότυπα, που εξάλλου υπάρχουν και στα γραπτά του προστάτη του την ίδια περίοδο (Ν.Χριστιανόπουλος’80 σ 100-106).  Το ιδίωμα της σχολής του Μονάχου κυριαρχεί και στους χώρους του Αθηναϊκού πνεύματος παρά το αίτημα για την νεοελληνική τέχνη να συνδυάζει ¨ελληνικότητα και πρωτοτυπία¨ (Μπαρούτας ΄90 σελ 182), ενώ έχει καταγραφεί αξιοσημείωτη δραστηριότητα συλλόγων με φιλεκπαιδευτικό χαρακτήρα , ώστε  να αναφέρεται η ύπαρξη 82 τέτοιων στα 1874. (Χαραλάμπους '87)
Σε λίγο (1880), αλλάζει και το σύστημα διδασκαλίας της γλώσσας, το γαλλικό «αλληλοδιδακτικό» του Sarazin αντικαθίσταται από την μέθοδο «των αρχοειδών λέξεων».  Το αλφαβητάριο του Vogel  ορίζεται σαν πρότυπο για συγγραφή των ελληνικών με προκήρυξη του Υπουργείου Παιδείας του 1893 προκαλώντας έτσι έναν ορυμαγδό ετερόκλητων εικονογραφήσεων, άλλες φορές απευθείας αντιγραμμένων από τα γερμανικά πρότυπα και άλλες φορές καμωμένων από αυτόχθονες λαϊκούς κυρίως τεχνίτες με αρχαιοπρεπή νεοκλασικότροπη θεματολογία.  Τα αλφαβητάρια αυτά μας είναι σήμερα γνωστά σαν τα «των ίων και των ωών» (Κεφαληναίου, Καθημερινή). O φυσιογνωστικός προσανατολισμός των εικονογραφήσεων της περιόδου με εικόνες κυνηγιού, ψαρέματος και ζωής στο χωριό, στα Γερμανικά πρότυπα αλφαβητάρια, προέρχεται από την επιθυμία των λαϊκών στρωμάτων για τον «χαμένο παράδεισο», που οδήγησε στην ίδρυση φυσιολατρικών συλλόγων στην Αυστρία και Γερμανία ήδη από τα μέσα του19ου αιώνα (Μισιρλή Ν, σελ 343). Το κράτος στην προσπάθειά του να δημιουργήσει  νέα πολιτισμικά δεδομένα με τον Νεοκλασικισμό τον καθαρευουσιανισμό και τον ακαδημαϊσμό έχει τραυματίσει καίρια τον ζωντανό οργανισμό της παράδοσης και τον χαρακτήρα που υπήρχε μέχρι τότε. (Κωτίδης δ.δ). Η διαμάχη για την γλώσσα που έχει γίνει σταδιακά θέμα ευρύτερης ιδεολογικής έριδας, έχει χάσει τον στενά γλωσσικό της χαρακτήρα και αποκτά αιματηρές διαστάσεις, στα γεγονότα  πού μας είναι γνωστά σαν Ευαγγελιακά (1901) και Ορεστιακά (1903) όπου χάνουν την ζωή τους αρκετοί διαδηλωτές. Τον ίδιο καιρό αρχίζει να διαφαίνεται η πρώτη άμεση και συστηματική αντιπαράθεση ανάμεσα στους ασυμβίβαστους εθνικισμούς των Βαλκανικών κρατών. Η δημοτική αρχίζει σιγά- σιγά να κερδίζει έδαφος σαν πιο λειτουργική για τους σκοπούς της πολιτιστικής διείσδυσης μέσω της εκπαίδευσης των νεαρών ηλικιών[1] (1)      στα ερείπια πια της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας όπου υπάρχουν και μη ελληνόφωνοι πληθυσμοί. (Κεφαληναίου 95 σελ 40) Έτσι παρατηρούμε ότι από το 1910 έως το 1913  εκδίδονται στο Μοναστήρι, την Κωνσταντινούπολη και την Σμύρνη περίπου 12 αλφαβητάρια γραμμένα στην δημοτική, σχεδόν πάντα μετά από ιδιωτική πρωτοβουλία. Είναι αξιοπρόσεκτη σύμπτωση η παρουσία του Ι. Δραγούμη, σαν διπλωμάτη μορφωτικού ακόλουθου ή πρόξενου, εκείνη την περίοδο πάρα πολύ κοντά στα εκδοτικά τους κέντρα.  Οι εκδόσεις της Μακεδονικής Βιβλιοθήκης, πού αφορούν κυρίως πρωτοσχολικά βιβλία και αλφαβητάρια, διατίθενται στα 1912 στις τουρκοκρατούμενες Κορυτσά, Σέρρες, Θεσσαλονίκη και στο Μοναστήρι. Τα αλφαβητάρια αυτά εικονογραφικά κινούνται στα μορφικά πρότυπα των  Ιεραποστολικών.
Ο νόμος  πού υπάρχει στην Ελλάδα από το 1907 (Γ Σ Ά) και απαγορεύει την χρήση οποιουδήποτε βοηθητικού βιβλίου ανάγνωσης στο σχολείο, εκτός από την Καινή Διαθήκη σε έκδοση μάλιστα του Οικουμενικού Πατριαρχείου, ορίζει  ότι η έγκριση των αναγνωστικών γίνεται από κρατική επιτροπή τεσσάρων πανεπιστημιακών, διευθυντού Διδασκαλείου, επιθεωρητή δημοτικής εκπαίδευσης, δύο πρωτοβάθμιων δασκάλων, από διευθυντή γεωργικού σταθμού και από δύο λόγιους, (Φραγκουδάκη  77 σελ 38), χωρίς φυσικά πουθενά να αναφέρεται η ύπαρξη καλλιτέχνη σε αυτήν.


Σχολικό  αλφαβητάριο : μοχλός ανατροπής ή  σμίλη διαμόρφωσης ;

Στις αρχές του αιώνα στην Ελλάδα, η ανυπαρξία καλλιτεχνικής ταυτότητας πού επιτείνεται από την ανυπαρξία γενεσιουργών συγκρούσεων στην περιοχή της τέχνης δεν επιτρέπει καμία σύγκρουση αφού κανείς δεν αμφισβητεί την αυθεντία της σχολής του Μονάχου παρά το ότι αυτή έχει διαγράψει ήδη την τροχιά της και έχει καταχωρηθεί πια σαν ακαδημαϊκή έκφραση.  Στα ευρωπαϊκά κέντρα όμως ήδη ενυπάρχουν η ακαδημαϊκή  και η πρωτοποριακή έκφραση σε γόνιμους μεταξύ τους διάλογους και αντιπαραθέσεις  (Κωτίδης δδ σελ 17).
Τον Αύγουστο του 1910 ιδρύεται ο Εκπαιδευτικός Όμιλος με σκοπό την αναμόρφωση της ελληνικής παιδείας από τους οπαδούς του εκπαιδευτικού δημοτικισμού. Το κίνημα των υπαξιωματικών του στρατού στα 1909 έχει διαμορφώσει ευνοϊκές συνθήκες και προοπτικές για ενεργητικότερη στάση στο θέμα των σχέσεων τους με το κράτος. (Τερζής σελ 79). Τα μέλη του προέρχονται από την πριν λίγο καιρό διαλυμένη συντηρητική «Εταιρία Εθνική γλώσσα»  του Δραγούμη την «Κοινωνιολογική Εταιρία» του Α. Παπαναστασίου και του εκδότη Ελευθερουδάκη (Α. Πασιά 99, σελ 6-8) καθώς και από τον παιδαγωγικό-λογοτεχνικό χώρο, όπως οι Δελμούζος, Παπαμαύρος, Καζαντζάκης, Δημοσθένης Ανδρεάδης, Νιρβάνας, Μαβίλης, Π. Δέλτα.  Το 1912 συντάσσονται ανεπίσημα με τους Φιλελεύθερους, συνεργάζονται το 1913 στην εκπόνηση των εκπαιδευτικών νομοσχεδίων με τον Ι. Τσιριμώκο και το 1917 δημιουργούν και οργανώνουν την εκπαιδευτική μεταρρύθμιση του 1917-20.    Την περίοδο αυτή η ρήξη με το παρελθόν και η αναζήτηση του ¨νέου¨ είναι κοινό αίτημα ενώ τα  Νοεμβριανά έχουν ήδη δηλώσει το μέγεθος του Εθνικού Διχασμού τότε η δημοτική, με νομοσχέδιο πια, αρχίζει να  διδάσκεται στις τέσσερις πρώτες τάξεις του δημοτικού σχολείου και τα αλφαβητάρια  να  γράφονται σε αυτήν (Ν.827/1917 ΦΕΚ 188,Α,  5 Σεπτεμβρίου 1917) (Μεντζαφού, Ιακωβίδης σελ 256).  Από το 1917 έως το 1920 εικονογραφούνται τα αλφαβητάρια του Επ. Παπαμιχαήλ από τον γλύπτη, ζωγράφο και κατά βιοπορισμό εικονογράφο βιβλίων Πέτρο Ρούμπο (Μαλέας, Ελ. Βήμα), του Ι.Συκώκη από τον νεαρό – τότε- ζωγράφο Νικόλαο Λύτρα, και το αλφαβητάριο της Συντακτικής Επιτροπής από τον «Μαλλιαρό» διανοούμενο  Κωνσταντίνο Μαλέα (Π. Βυζάντιος, Αυτοβιογραφία). Η Συντακτική Επιτροπή του Αλφαβηταρίου με τον Ήλιο, όπως αυτό έμεινε γνωστό, αποτελείται από τους πρωτεργάτες του Εκπαιδευτικού Ομίλου Α.Δελμούζο, Π.Νιρβάνα, Μ.Τριανταφυλλίδη και Ζ.Παπαντωνίου. Οι εικονογραφήσεις αυτές θεωρούνται σαν αντιπροσωπευτικό έργο της συμβολιστικής τάσης στην ζωγραφική του Μαλέα όπου υπάρχει έκδηλη χρήση τύπων της Αρ-Νουβώ και εισαγωγή στοιχείων Ιαπωνισμού με εξαιρετικά κομψή γραμμική και σχηματοποιημένη απόδοση των στοιχείων του τοπίου, εκφράζοντας έτσι όχι τόσο αυτά πού βλέπονται αλλά αυτά που εννοούνται (Κωτίδης ’00, σ132-3)  και (Ματθιόπουλος ’96 σ 616)
Φυσικά η  επιλογή των καλλιτεχνών αυτών δεν είναι τυχαία, κοινά τους σημεία,  εκτός από το ότι το καβαλέτο τους δεν είναι το μοναδικό πεδίο της πνευματικής τους μάχης,  είναι τόσο ο νεωτεριστικός   προσανατολισμός  της τέχνης τους   όσο και οι επαγγελματικές και ιδεολογικές τους συγκλίσεις με τους ανθρώπους του Δημοτικισμού όπως η Π. Δέλτα, ο δημοσιογράφος Ν. Γιαννιός και ο « νονός» του «Μαλλιαρισμού»  Κ. Πασαγιάννης (Αλεξοπούλου 92, σ 279). Ας μην μας παραξενεύει όμως το γεγονός ότι οι  εικονογράφοι μας είναι ζωγράφοι και γλύπτες και όχι χαράκτες, γιατί ήδη στα 1917 η τσιγκογραφική αναπαραγωγή (κλισέ) έχει πια εκτοπίσει πλήρως την ξυλογραφική αναπαραγωγή των εικονογραφήσεων στα έντυπα της εποχής (Γιοφύλης 51 σελ 15) και ήδη το τμήμα της χαρακτικής στο Σχολείο των Τεχνών έχει πάψει να λειτουργεί μετά την έλλειψη χρηματοδότησης πού προκαλεί τις αλλεπάλληλες παραιτήσεις διαμαρτυρίας του δάσκαλου Φέρμπου (Κάσδαγλης’91 σ 238). Η φωτοτσιγκογραφία διδάσκεται από τον καθηγητή της Σιδηροδρομικής στο Πολυτεχνείο Ι. Ζωχιό σαν απόδειξη του τεχνολογικού και χρηστικού της χαρακτήρα. ( Χρήστου΄80 σ 20)


Το σχολικό αλφαβητάριο πεδίο πολιτισμικής ρήξης.

Για πρώτη φορά λοιπόν στην ιστορία του ελληνικού σχολικού βιβλίου, αν εξαιρεθεί η περίπτωση του αλφαβηταρίου του Ι.Πλατύ,  παρουσιάζονται  πρωτότυπες εικονογραφήσεις, που δημιουργούνται με αισθητικά κριτήρια και αναφέρονται άμεσα στα κείμενά του. Το συντηρητικό  καλλιτεχνικό περιβάλλον φαίνεται να υποδέχεται ευνοϊκά την  ιδέα για την προσπάθεια αυτή, ίσως η ανάθεση της εικονογράφησης στον μεγαλύτερο γιο του Νικηφόρου Λύτρα τον Νικόλαο να προδιάθεσε ευνοϊκά τους συντηρητικούς του περιοδικού[2].  (Δ. Κ Καλογερόπουλος 1918 , σελ 49.)
Η σημαντικότερη καινοτομία πού εισάγεται είναι η καινούρια αντίληψη για το σχολικό βιβλίο το οποίο πρέπει να είναι διδακτικό με ελκυστική εμφάνιση και ζωηρή αφήγηση προκαλώντας έτσι το ενδιαφέρον των μαθητών. 
Το 1917 είναι σημαντικός σταθμός και για τα εικαστικά πράγματα  γιατί   είναι η χρονιά που μια παρέα νεαρών καλλιτεχνών διαχωρίζει τη θέση της, με το συμβολικό σχίσιμο έργου του Νικόλαου Λύτρα  στην ετήσια έκθεση του  Συνδέσμου  Ελλήνων Καλλιτεχνών, από την καφετιά  ακαδημαϊκή Γερμανική καταχνιά. (Μεντζαφού’99 σ 257). Έτσι γεννιέται η ομάδα «Τέχνη» (Βυζάντιος 1963), όπως ονομάζεται  μετά από πρόταση του Κ.Μαλέα  ενδεχόμενα σαν απόδοση τιμής στο περιοδικό ¨Τέχνη¨ των  ¨Μαλλιαρών¨ δημοτικιστών λογοτεχνών πού τις αντιδράσεις των συντηρητικών Αθηναίων σε αυτούς χιουμοριστικότατα περιγράφει ο Π. Νιρβάνας (σελ 75). Οι ριζοσπαστικές απόψεις τους με τις διεθνιστικές ιδέες  και τη γαλλοτραφή παιδεία στην ουσία είναι το εικαστικό αντίστοιχο των φιλελεύθερων ιδεών του Ε. Βενιζέλου και του Α. Παπαναστασίου, που σύντομα γίνονται πελάτες, προστάτες και θαυμαστές τους. Στην πρώτη έκθεση της ομάδας ¨Τέχνη¨ δίνουν και οι δύο του εντολή στην Λέσχη των  Φιλελευθέρων να αγορασθούν έργα όλων των συμμετεχόντων στην έκθεση (Α.Κωτίδης 00 σελ 108).  Ο Βενιζέλος έχοντας συσπειρώσει γύρω του το σύνολο των μη παραδοσιακών διανοουμένων, φαίνεται ότι  έχει διδαχθεί από τον Κλεμανσό την πραγματική ανάγκη του πολιτικού να συναναστρέφεται και να ενισχύει σημαντικούς καλλιτέχνες . (Απάρτης 84 σελ 83). Ζητά μάλιστα να είναι ο πρώτος πού θα διαβάσει τα νέα αναγνωστικά  του δημοτικού σχολείου (Δημαράς σελ 27) .   Το  ίδιο όμως συντηρητικό περιβάλλον που πριν έναν χρόνο ζητούσε  να αναλάβει την αισθητική των σχολικών βιβλίων κάποια καλλιτεχνική επιτροπή, μετά από την κυκλοφορία του Αλφαβηταρίου  με τον Ήλιο (της Συντακτικής  Επιτροπής) αντιδρά για τον φυσιολατρικό του προσανατολισμό και την μη εστίαση του στην  εθνοκεντρική διαπαιδαγώγηση.[3] (Πινακοθήκη  1919, σελ 65). Στο ίδιο περιοδικό μετά από σχεδόν ένα χρόνο ο Κ.Μαλέας αποκαλείται ¨αντιπρόσωπος των Μαλλιαρών στην ζωγραφική.. και ..ξενότροπος  εμπρεσιονιστής μέχρι ακαταλήπτου¨ (Ματθιόπουλος ’96 σ 616 ).
Το 1920 είναι η μαύρη χρονιά του ελληνικού σχολικού βιβλίου.  Η εκλογική ήττα του Ε. Βενιζέλου αφήνει την εκπαιδευτική μεταρρύθμιση εκτεθειμένη στις ιεροεξεταστικές επιτροπές που αποφασίζουν για τα αλφαβητάρια της δημοτικής: «Να εκβληθώσι πάραυτα εκ τών σχολείων καί νά καώσι…….. ώς έργα ψευδούς και κακοβούλου προθέσεως». Παρ όλη όμως την πολεμική πού δέχεται το Αλφαβητάρι με τον Ήλιο οι εικονογραφήσεις του και η καλλιτεχνική του επιμέλεια δέχονται ευνοϊκότατα σχόλια.  Στην θέση των καλαίσθητων αλφαβηταρίων, από την επιτροπεία των «ιεροεξεταστών», εγκρίνονται ανατυπώσεις παλαιότερων καθώς και μερικά προσαρμοσμένα στις «νέες» απαιτήσεις με συμφύρματα ετερόκλητων εικονογραφήσεων και κειμένων που περιλαμβάνουν από κλεμμένες παραστάσεις γαλλικών και γερμανικών βιβλίων, χονδροκαμωμένες θρησκευτικές παραστάσεις, άσκοπους γλωσσοδέτες ακόμα και παραστάσεις ένστολων Ευρωπαίων στρατιωτικών.  Με αυτόν τον τρόπο ο Γερμανοτραφής έγχελυς (χέλι, στα Γερμανικά Aal) καταφέρνει να τρυπώσει στα  ¨αντί-μεταρρυθμιστικά αλφαβητάρια των Ίων και των Ωών¨.  Οι αλλεπάλληλοι και συνεχείς γλωσσοδέτες τους έχουν την ικανότητα να ξεγελούν  ακόμα και τους συγγραφείς των κειμένων τους (Μακρυναίου Α, Ελληνικόν Αλφαβητάριον, τεύχος 1ο σελ 4 ,1923 έκδοση 10η… Επιδιορθωμένη). Με την  ολοφάνερη  προχειρότητά τους τόσο στην συγγραφή όσο και στην εικονογράφηση μοιάζουν σαν τον επιθανάτιο ρόγχο ενός παλιού και σκοτεινού κόσμου που αργοπεθαίνει, πράγμα πού βέβαια απέχει πολύ από το τελικό αποτέλεσμα.  Οι Ιεροεξεταστές πολέμιοι της δημοτικής χάνουν την εξουσία τους με τον οδυνηρότερο τρόπο, η Μικρασιατική καταστροφή και το ενάμισι εκατομμύριο πρόσφυγες βυθίζουν τη χώρα σε ψυχολογική και οικονομική απόγνωση.   Το διάστημα από το '22 έως το '25, πού αποκαλείται και δεύτερη περίοδος της Μεταρρύθμισης του 1917, παρά την αλληλοδιαδοχή των 14 υπουργών  παιδείας και την μία τουλάχιστον μεταβολή νομοθεσίας για τα διδακτικά βιβλία τον χρόνο (Δημαράς Α. Αλφαβητάρι… σελ 34) κυκλοφορούν δύο νέα αλφαβητάρια της δημοτικής εικονογραφημένα από καλλιτέχνες που αποδέχονται και οι συντηρητικοί κύκλοι της εποχής. Ο ένας είναι ο συντηρητικός  ηθογράφος Α. Γεραλής, για τον οποίο υπάρχουν ενδείξεις εικονογράφησης τολμηρών περιοδικών κατά την διάρκεια της σεμνότυφης Παγκαλικής δικτατορίας (Αθάνατος '25), και ο γελοιογράφος πολιτικών εφημερίδων, Φωκίων Δημητριάδης. Η αρετή της αγροτικής ελληνικότητας πού έντονα προβάλλεται μέσα από τις εικονογραφήσεις, την ηθογραφική και λαϊκή ζωγραφική της περιόδου είναι απαραίτητο αντιστάθμισμα στον μονόπλευρο δυτικοευρωπαϊκό μοντερνισμό. (Χατζηνικολάου ’82 σ 42).  Την περίοδο αυτή στην οικονομία η διαδικασία εκβιομηχάνισης συνεχίζεται με εντατικότερους ρυθμούς, παρά τις αντίξοες συνθήκες, σαν η μόνη λύση για την χώρα. Το ξένο κεφάλαιο –πού ως τότε είχε μικρή παρουσία κυρίως σε στρατιωτικού χαρακτήρα επενδύσεις- αρχίζει να παίζει σημαντικότατο ρόλο στην ανάπτυξη της βιομηχανίας, το προσφυγικό δυναμικό εξάλλου προσφέρει αρκετή πρώτη ύλη, φθηνά εργατικά χέρια και ψυχές  (Βεργόπουλος). Την νέα πολιτική από το 1923 μέχρι το 1928 χαρακτηρίζει ο φόβος της εξουσίας μπροστά στην όξυνση της λαϊκής δυσφορίας, ενώ η ελληνική πνευματική κοινωνία δονείται από την λαχτάρα και την φοβία του ¨νέου¨,  εξάλλου ο Βενιζέλος δεν έχει πια τίποτε κοινό με τον επαναστάτη του Θέρισου.(Φραγκουδάκη 1977 σελ 103). Στα 1928, με τον Ν 3438/1927 που καθορίζει τους όρους συγγραφής, εικονογραφούνται τρία αλφαβητάρια από τους έμπειρους ζωγράφους που εικονογραφούν συστηματικά, τον Όθωνα Περβολαράκη τον οποίο εύκολα  μπορούμε να χαρακτηρίσουμε και σαν Πατριάρχη των γραφικών τεχνών στην Ελλάδα, τον Φώτη Κόντογλου πού εκείνη την περίοδο εμφανίζει μεγάλη εικονογραφική δραστηριότητα (Ν. Ζίας΄95 σ 236-269),  και τους πρώτους διαφημιστές στην Ελλάδα τους  Καστανάκη  και  Σπαχή. Σε αυτά τα αλφαβητάρια επανέρχεται και η μέθοδος των «αρχοειδών λέξεων» πού είχε αποκλειστεί από την Συντακτική Επιτροπή του 1918 σαν αναχρονιστική και ανασταλτική, εξ άλλου ο Εκπ. Όμιλος έχει ήδη διασπαστεί όπως και η ενότητα των μη παραδοσιακών διανοουμένων πάνω στο πρόβλημα της παιδείας. Την περίοδο αυτή πρωτοπαρουσιάζονται ανάμεσα στα κείμενα και εικονογράμματα σαν και αυτά πού υπάρχουν στην αλληλογραφία του L.Carrol και της Beatrice Potter με τους μικρούς τους φίλους Ina Watson και Noel Moore.  (Ζερβού '97 σ159-161).

Παράλληλα στις εικονογραφήσεις των αλφαβηταρίων αυτών έχει ήδη αρχίσει να διαφαίνεται  έμφαση  στην  Ελληνική παράδοση  μέσα σε ένα περιβάλλον έντονης νεωτεριστικής διάθεσης. Αυτό είναι ιδιαίτερα έκδηλο τόσο μέσα από τις υπερβολικές ενδυματολογικές αναφορές σε λαϊκές ενδυμασίες[4], είτε σαν αναφορές στην ηθογραφική ζωγραφική των Γύζη και Νικηφόρου Λύτρα του προηγούμενου αιώνα, ιδιαίτερα στο αλφαβητάριο των Παπαμαύρου και Περβολαράκη του 1929. Σε αυτό το αλφαβητάριο επίσης ο Άγιος Βασίλης εικονίζεται με ιερατικά άμφια να προσφέρει χαρταετό στα παιδάκια. Το παράδοξο  φαινόμενο της ξαφνικής εμφάνισης της Παράδοσης δεν παρατηρείται μόνο στην Ελλάδα αλλά και σε Δυτικοευρωπαϊκές χώρες όπου ή άνοδος του Μοντερνισμού συμπίπτει με την ανακάλυψη της Παράδοσης. (Τζιόβας σελ 20-21)
 
Το σχολικό βιβλίο σωσίβιο της εκδοτικής δραστηριότητας.

Το κραχ του Χρηματιστηρίου της Νέας Υόρκης (1928-1931) συμπαρασύρει την ήδη ευαίσθητη ελληνική οικονομία,  πού βασίζει την μέχρι τότε βιωσιμότητά της,  (R.Glogg σελ 185-186),   στην διακύμανση της τιμής της σταφίδας και την εισροή του συναλλάγματος των μεταναστών κυρίως από τις Η.Π.Α,  προκαλώντας με αυτόν τον τρόπο μια σοβαρότατη κρίση και στην βιβλιαγορά.  Οι διαδοχικοί νόμοι 5045/1931 και 5911/1932 του Γ. Παπανδρέου βοηθούν τους εκδοτικούς οίκους να απευθυνθούν σε ένα σταθερό και μεγαλύτερο κοινό, το μαθητικό (Τσοκόπουλος Β΄99). Αυτοί τους χρησιμοποιούν με τον καλύτερο τρόπο, επιλέγουν τους διαπρεπέστερους εικονογράφους και κειμενογράφους παρουσιάζοντας -είναι αλήθεια -θελκτικότατα προϊόντα.   Σε αυτή τη περίοδο (1932)[5] παρουσιάζεται και το απάνθισμα των αλφαβηταρίων που συν-γράφει, μαζί με τους Δούκα και Δεληπέτρο, η μαχητική φεμινίστρια και στόχος της αναταραχής στα Μαρασλειακά, Ρόζα Ιμβριώτη και εικονογραφεί ο πατέρας της νεότερης ελληνικής χαρακτικής Γιάννης Κεφαληνός. Ο έμπειρος αυτός χαράκτης έχει έρθει από την Γαλλία πριν λίγο με κυβερνητική μεσολάβηση (Κεφαληνός ΄31 σ 190) για να αναλάβει και να  ξαναλειτουργήσει το εργαστήριο της χαρακτικής στην ΑΣΚΤ μετά από 16 χρόνια, ενώ δημιουργεί παράλληλα το εργαστήριο της ¨τέχνης του βιβλίου ¨.  Την περίοδο επίσης αυτή (1934)  παρουσιάζεται από τον εκδοτικό οίκο «Κολάρου» και το βιβλιοπωλείο Εστία το αλφαβητάριο που ακροβατεί ανάμεσα στην εικονογράφηση και τις πλαστικές εικαστικές αναζητήσεις, του, πρωτοπόρου για την εποχή του ζωγράφου, Περικλή Βυζάντιου, βασικού συντελεστή της ομάδας «Τέχνη» και «Ομάδα Τέχνης ’30» (Ε.Δ. Ματθιόπουλος).  Αλφαβητάρια επίσης μέχρι το 1937 - που δημιουργείται ο Ο.Ε.Σ.Β  με τον Μεταξικό νόμο Ν.952/1937-  εικονογραφούν ο Μίμ-Παπ, ο Τάκης Καλμούχος, ο Μάριος Αγγελόπουλος, ο Γιώργος Λυδάκης, ο Βάσος Γερμενής και ο Σ. Βιττωρόπουλος. Ο ηλικιακός μέσος όρος των εικονογράφων μας , τον καιρό πού τους ανατίθεται  το έργο είναι 36 ετών, κατά μέσο όρο εξασκούν  καλλιτεχνική δραστηριότητα για 12,5 έτη και από τους 17 έχουν ακαδημαϊκές σπουδές, πού συνήθως συνοδεύεται από μετεκπαίδευση στο εξωτερικό, οι 14.  Από αυτούς οι 13 έχουν ήδη παρουσιάσει αξιόλογο καλλιτεχνικό έργο που απασχόλησε το καλλιτεχνικό περιβάλλον. Είναι λοιπόν φανερό, αν συνεξεταστούν και η οικονομική κατάσταση των καλλιτεχνών και η πολιτική τους δραστηριότητα από τα βιογραφικά τους  στοιχεία, ότι οι εικονογραφήσεις αυτές είναι  ώριμα έργα με συγκεκριμένους καλλιτεχνικούς και εκπαιδευτικούς κατά κύριο λόγο στόχους και όχι απλά μόνο  επιβιωτικός πόρος.
Το κεντρικό θέμα των εικονογραφήσεων των αλφαβηταρίων της περιόδου 1917-1937 είναι το παιδί και το περιβάλλον που ζει κατά τον ελεύθερο χρόνο του,  κυρίως έξω από το  σπίτι στο χωριό ή στην εξοχή.  Οι απεικονίσεις της φύσης την παρουσιάζουν σαν πηγή αισθητικών εμπειριών και  όχι σαν δυνητική απειλή όπως τα παλαιότερα αλφαβητάρια. Οι άνθρωποι της φύσης και τα ζώα τους είναι μορφές οικείες σαν  τις αγαπημένες των παππούδων τους, αν και απαντώνται συχνότερα από αυτές. Η οικογένεια παρουσιάζεται σαν φυσικός θεσμός χωρίς προσπάθεια υπεραξιολόγησής  της και χωρίς την ανελαστική υποταγή του παιδιού στην ιεραρχία της, η πατρική μορφή απαντάται σπανιότερα από της μητέρας. Το παιχνίδι είναι σχεδόν πάντοτε ομαδικό και η ομάδα απαρτίζεται από φίλους. Η ιδεολογία  που  κυριαρχεί στα αλφαβητάρια αυτά είναι μία αστική ορθολογική αντιμετώπιση του φυσικού κόσμου πού περιβάλλει το παιδί. 
Η μνεία στην θρησκεία αναφέρεται κυρίως σαν ατομική προσευχή και σπανιότερα σαν περιγραφή παραδοσιακών θρησκευτικών γιορτών ειδικά στο χωριό ή στην εξοχή. Αν και η αναφορά στο θρησκευτικό συναίσθημα συνήθως γίνεται στο δεύτερο μέρος των αλφαβηταρίων, σε αυτό πού εικονογραφεί ο Γ.Κεφαλληνός απουσιάζει εντελώς  παράδοξα,  αφού ο ένας από τους τρεις συγγραφείς είναι παπά-δάσκαλος (Κάσδαγλης ΄91 σ 256). Αντίθετα στην επανέκδοσή του το ΄36, που εικονογραφεί ο Τ.Καλμούχος, υπάρχει υπερβολικό ποσοστό αναφορών. Βέβαια από την ομάδα απουσιάζουν πια η Ρόζα Ιμβριώτη και ο Κεφαλληνός, ενώ μας είναι γνωστό ότι υπήρχαν διάφορα προβλήματα και έτσι οι εικονογραφήσεις δεν ολοκληρώθηκαν. Αυτός είναι ο λόγος πού ο χαράκτης αναθέτει την επιμέλεια της εκτύπωσης στον όχι αρκετά έμπειρο μαθητή και φίλο του Τ.Καλμούχο.
Στις εικονογραφήσεις αυτές ενυπάρχουν ιδιαίτερα εμφανή και αιχμηρά σημεία ρήξης τους με το πολιτισμικό συνεχές τόσο στον εικαστικό ορίζοντα προσδοκιών, μέσω της πάλης της φωτοσκίασης με την επιπεδότητα , όσο και  στον εκπαιδευτικό. Ο άνεμος του παιδοκεντρικού σχολείου πού φυσάει από την Ιένα και φτάνει  ως την άλλη πλευρά του Ατλαντικού ακούγεται ξεκάθαρα και στην Ελλάδα. Το όνομα του Froebel, οι νέο-Rousseau-ικές κατευθύνσεις και η πρώτη μεγάλη έκθεση παιδικής Τέχνης στο Ανόβερο στα 1911, είναι ήδη γνωστά στο σχολείο της Αικ. Λασκαρίδου (Γκροπένκισερ 1912)[6]. Η ρήξη ανάμεσα στην καλλιγραφία, τις δεξιοτεχνικές διαγραμμικές ασκήσεις των προγραμμάτων του W Smith και την χειροτεχνία, την κηπουρική,  την ζωοφιλία,  την καλλιέργεια δηλαδή των δεξιοτήτων του παιδιού είναι καταφανής. (L.Chapman ’93 σ 10-11) και (Γωγοπούλου Α.΄93 ). Το κίνημα προοδευτικής εκπαίδευσης στην Αμερική, ας μην το ξεχνάμε, έχει κοινή αφετηρία και προέλευση με τα όνειρα του Δελμούζου (Rοhrs’90 σ 10  ). Η σύγκρουση με το  δασκαλοκεντρικό σχολείο και την  εθνοκεντρική διαπαιδαγώγηση, όπως και το πάθος του για την απελευθέρωση των δημιουργικών δυνατοτήτων των νέων φαίνεται σαν σκοπός ζωής για τον Μαλέα τόσο από την αρθρογραφία του στον Νουμά  και το Ελεύθερο Βήμα όσο και από την δραστηριότητά του ακόμα από την περίοδο της Θεσσαλονίκης  (1913-1917)[7].
                        Στα αλφαβητάρια αυτά το παιχνίδι των προτύπων και των μεταγραφών είναι κοινός τόπος τόσο για τα κείμενα όσο και για τις εικόνες, αν και η ιστορία είναι τυπικά η ίδια, το παιδί, οι φίλοι, τα αδέλφια, οι γονείς στην εξοχή  με τους παππούδες και τους ανθρώπους της υπαίθρου και τα ζώα τους. Συνήθως τα κείμενα προέρχονται από βελτιωμένες μεταγραφές  προηγούμενων αλφαβηταρίων του ίδιου συγγραφέα ενώ οι εικόνες είναι  λογοκριτικές  απόπειρες πού αφορούν το μορφοπλαστικό εικαστικό ιδίωμα του προγενέστερου, συνήθως σημαντικού και πρωτοπόρου από ελάσσονες καλλιτέχνες, εικονογράφου. Χαρακτηριστική είναι η περίπτωση του αλφαβηταρίου του Συκώκη πού εικονογραφείται το ΄34 από τον Π.Βυζάντιο και μεταγράφεται στα ΄36 από τον άσημο ακαδημαϊκό Βιττωρόπουλο που καταφεύγει ακόμα και στην χρήση χρυσοτυπίας για να αναπληρώσει την ενοχλητική νεοτερικότητα του προτύπου. Ακόμα όμως και για το Αλφαβητάρι με τον Ήλιο μας είναι γνωστό ότι κινείται στα μορφικά πρότυπα του Γερμανικού ¨Im goldenen Kinderland¨ του Lay (Δημαράς’76 σ143).  Η γνωριμία των μαθητών με το  εικαστικό λεξιλόγιο, στα κείμενα και τις εικόνες ταυτόχρονα, εμφανίζεται για πρώτη φορά  στο αλφαβητάριο των Παπαμαύρου-Περβολαράκη στα 1929 και επαναλαμβάνεται από τότε  τακτικά, άλλοτε ευθέως και άλλοτε συγκαλυμμένα ή σαν αναφορά στην ζωγραφική.

Οι λόγοι πού οι καλλιτέχνες αυτοί δέχονται να εικονογραφήσουν σχολικά αλφαβητάρια είναι πολλοί, κυρίως προσωπικής φύσης. Ο Κεφαλληνός αγαπά πολύ τα παιδιά, γιατί δεν έχει, βλέπουμε ότι στην αλληλογραφία με τα αδέλφια του είναι έκδηλη η αγάπη  για τα παιδιά τους. Ο Π.Βυζάντιος, πού από την αυτοβιογραφία του γνωρίζουμε ότι εκείνο τον καιρό ζούσε μακριά από τα παιδιά του, έχει χρησιμοποιήσει μία προσωπογραφία της κόρης του Μαριλένας, καμωμένη από το φυσικό σαν πρότυπο για την απεικόνιση της μικρής ηρωίδας του αλφαβηταρίου.     Αντίθετα για τον Νικόλαο Λύτρα η εικονογράφηση του αλφαβηταρίου του Συκώκη είναι μία πράξη «πατροκτονίας» ενάντια στο φάντασμα του καθαρευουσιάνου Πατριάρχη  Νικηφόρου. Ας μην ξεχνάμε ότι το εικονογραφικό ταλέντο του νεαρού Λύτρα ανακαλύπτεται και ενθαρρύνεται από την «Μπενάκαινα», παρά τις αντιρρήσεις του Μ.Τριανταφυλλίδη και του Πάλλη πού όμως αφορούν περισσότερο την θεματική των εικονογραφήσεων (Ζερβού ΄92 σ 113) παρά την πλαστική τους όσο και αν αυτές εκφέρονται σαν προσανατολισμένες εκεί (ΓκότσηΧ.Γ ΄92 σ 33). Εξ άλλου οι ριζοσπαστικές του απόψεις, ενάντια στην Ακαδημαϊκή δεξιοτεχνική αντίληψη για την αναπαράσταση και την παντοδυναμία των τεχνικών συνταγών της, συνηγορούν σε αυτήν την υπόθεση (Κωτίδης΄93 σ278 και Ματθιόπουλος’96 σ 623)      
Τα αλφαβητάρια αυτά πού εμφανίζονται σε μία τόσο ταραγμένη περίοδο της ιστορίας, που όμως θα διαπλάσει τελικά το προφίλ της αναπτυσσόμενης νέας Ελλάδας, δεν παύουν να είναι και ένα εμπορευματικό είδος που στοχεύει στην αγοραστική δύναμη των ενηλίκων. Ο ενήλικας- στόχος εδώ είναι ο δάσκαλος και δια μέσω αυτού, ο γονιός. Ο πατέρας της ¨τέχνης του βιβλίου¨ Γ.Κεφαλληνός είναι απόλυτα σαφής δηλώνοντας  “Το παιδικό βιβλίο πρέπει να το διαβάζει ευχάριστα και ο μεγάλος”. Η γοητευτική και πληθωρική εικονογράφηση, οι εύληπτες ιστοριούλες και ο ανάλαφρος τρόπος παρουσίασης των γλωσσικών ασκήσεων είναι ουσιαστικά τα όπλα πού οι εκδότες θα χρησιμοποιήσουν για να κερδίσουν την εμπορική μάχη  επιβίωσης των επιχειρήσεών τους  στο θολό οικονομικό τοπίο του Μεσοπολέμου. Οι βιβλιοφιλικοί Παπανδρεϊκοί νόμοι του 1931 θα τους το επιτρέψουν. Νομίζω ότι είναι πια ξεκάθαρα ορατό αυτό που η Α.Ζερβού παρατηρεί “ Η σχέση του παιδικού βιβλίου με τον κόσμο της αγοράς είναι διαρκής, σύνθετη και πολυπλόκαμη.” (Ζερβού.Α ’92)




Βιβλιογραφία


1.     Αθάνατος Κώστας: "Έκθεσις Γεραλή". Ελεύθερο Βήμα  22-11-1925
2.     Αλεξοπούλου- Καλιγιάννη: Η Νεοελληνική Ζωγραφική-Γλυπτική-        Λογοτεχνία. Διδ. διατ. τόμος Α. εκδ Βιβλιοθήκης Σοφίας Ν Σαριπόλου Αθήνα 1992.
3.     Απάρτης ΘΑπό την Ανατολή στην Δύση. εκδόσεις Γνώση  Αθήνα 1984
4.     Βεργόπουλος Κ   Εθνισμός και οικονομική ανάπτυξη. Η Ελλάδα στον Μεσοπόλεμο. Εξάντας. Αθήνα 1978.
5.     Βυζάντιος Π.  "Πριν από μισό αιώνα" περιοδικό Ζυγός  τεύχος 90   1963         σελίδα 19 Αθήνα 1992.
6.     Του ίδιου Η ζωή ενός ζωγράφου. Αυτοβιογραφία. Εκδ Μ.Ι.Ε.Τ .Αθήνα 1994.
7.     Γιοφύλης Φώτος: Η Ελληνική ξυλογραφία 1821- 1950. Εκδ Μαυρίδης Αθήνα 1951
8.     Γκότση Χαρίκλεια-Γλαύκη  Ο ζωγράφος Νίκος Λύτρας. Μτπτ.Εργ. Α.Π.Θ. 1992. Καθ. Κωτίδης Α.
9.     Γκροπένκισερ Ε.Μ   Ιχνογραφία των παιδιών μας. εκδ Εστία. Αθήνα 1912
10.  Γωγοπούλου ΑνδρΟι εικαστικές τέχνες στην στοιχειώδη και μέση εκπαίδευση. Μτπτ.Εργ. Α.Π.Θ. 1993 καθ. Παπανικολάου Μ.
11.  Chapman L  Διδακτική της τέχνης. Προσεγγίσεις στην καλλιτεχνική αγωγή. Εκδ Νεφέλη. Αθήνα 1993
12.  Clogg Richard :Σύντομη Ιστορία της Νεότερης Ελλάδας. εκδόσεις Καρδαμίτσα Αθήνα 1984
13.  Δημαράς Α Το Αλφαβητάρι με τον Ήλιο. Εκδ Εστία  Αθήνα 1976.
14.  E.H.Gombrich. Iστορία της τέχνης.  Εκδ. Μ.Ι.Ε.Τ. Αθήνα 1994.
15.  Ζερβού.Α: Στη χώρα των  θαυμάτων. Το παιδικό βιβλίο ως σημείο συνάντησης παιδιών –ενηλίκων. Εκδ. Πατάκη, Αθήνα 1997.
16.  Της ίδιας  Λογοκρισία και αντιστάσεις στα κείμενα των παιδικών μας χρόνων.   Εκδ Οδυσσέας Αθήνα 1992.
17.  Ζίας Ν. Η κοσμική ζωγραφική του Φώτη Κόντογλου. Διδ.διατ. Παν.Αθηνών. 1995  καθ Χ.Χρήστου
18.  Κάσδαγλης Ε.Χ   Γιάννης Κεφαληνός, ο χαράκτης ο δάσκαλος  εκδ Μ.Ι.Ε.Τ. Αθήνα 1991
19.  Κεφαληνός Γ.  Αλληλογραφία- κείμενα , με την επιμέλεια τού Ε.Χ.Κάσδαγλη. εκδ. Μ.Ι.Ε.Τ. Αθήνα 1991.
20.  Κεφαλληναίου Ε: Nεοελληνικά αλφαβητάρια 1771-1981. Παρασκήνιο, Αθήνα 1995.
21.  Κουμαριανού-Δρούλια-Layton: Το Ελληνικό βιβλίο 1476-1830. Εκδ Εθνικής Τράπεζας. Αθήνα 1986
22.  Κουζέλη Χ  Κείμενο και εικόνα. Σχέσεις σύγκλισης και απόκλισης. Μετ.εργ . δκτλ Παν.Αιγαίου. Ρόδος 2000. Καθ. Α. Ζερβού.  
23.  Κωτίδης.Α  Ο ζωγράφος Μαλέας. Δ.δ Α.Π.Θ. Θεσσαλονίκη.1982 καθ. Χρ.  Χρήστου. 
24.  Του ίδιου,  Μαλέας (Μονογραφία) εκδ Αδάμ. Αθήνα 2000.
25.  Του ίδιου,  Μοντερνισμός και Παράδοση στην Ελληνική τέχνη του μεσοπολέμου. Εκδ University studio press. Θεσσαλονίκη 1993.
26.  Μαλέας Κ    "Η αισθητική αγωγή των παιδιών μας". Περιοδικό Ο Νουμάς 1919.
27.  Του ίδιου,        "Πέτρος Ρούμπος ,ο γλύπτης και ο σχεδιαστής". Εφημ. Ελεύθερο Βήμα . 31-8- 1925
28.  Του ίδιου,  Εικόνες λαϊκής αρχιτεκτονικής. Σύλλογος προς διάδοσιν των ωφέλιμων βιβλίων. Αθήνα 1921.
29.  Ματθιόπουλος Ε.Δ.  Η συμμετοχή της Ελλάδας στην Μπιενάλε της Βενετίας 1934-40. Διδ διατ, δκτλ αδ. Παν. Κρήτης, Ρέθυμνο 1996. καθ. Χατζηνικολάου Ν.
30.  Μεντζαφού- Πολύζου Ο. Ο Ζωγράφος Ιακωβίδης, εκδ. Αδάμ, 2000
31.  Μισιρλή Ν: Γύζης , Αδάμ, Αθήνα 1995
32.  Μπαρούτας Κ: H εικαστική ζωή και η αισθητική παιδεία στην Αθήνα του                    19ου αιώνα. Σμίλη, Αθήνα 1990.
33.  Μπερεδήμας Π "Βιβλίων εικονογράφηση. Τυπογραφία ή Τέχνη". Περιοδικό Εικαστική Παιδεία τ. 16 σ 30-32 Σεπτέμβρης 2000.
34.  Του ίδιου "Έντυπα εικονογραφημένα  Ελληνικά αλφαβητάρια 1481-1830". Περ. Εικαστική Παιδεία τ. 17. σ 20-26. Σεπτέμβρης 2001 
35.  Νιρβάνας Π: Φιλολογικά απομνημονεύματα. Οδυσσέας. Αθήνα 1988
36.  Παπαγεωργίου Σ: Η τυπογραφία επί Όθωνος. Καθημερινή 7 ημέρες 7-4-1996.
37.  Πασιά.Α Ιδεολογικά ρεύματα και εκδόσεις .Αναζητήσεις και καινοτομίες σε μία Ελλάδα πού άλλαζε. εφημερίδα Καθημερινή –7 ημέρες 9 Μαίου 1999.
38.  Παυλόπουλος Δ  Χαρακτική, γραφικές τέχνες-Ιστορία- τεχνικές- μέθοδοι. Εκδ Εταιρεία Εικαστικών Τεχνών –Α.Τάσσος. Αθήνα 1995.
39.  Ρούπα Ε   Το Παπάφειο Ορφανοτροφείο και το επιπλοποιείο του. Εθνική Τράπεζα. Θεσσαλονίκη 1994
40.  Rohrs H.  Tο κίνημα της προοδευτικής εκπαίδευσης. Εκδοτικός οίκος αδελφών Κυριακίδη. Θεσσαλονίκη 1990
41.  Τερζής Ν: Η παιδαγωγική του Αλέξανδρου Δελμούζου. Συστηματική εξέταση του έργου και της δράσης του. Εκδοτικός οίκος αδελφών Κυριακίδη .Θεσσαλονίκη 1989.
42.  Τζιόβας Δ : Οι μεταμορφώσεις του εθνισμού και το ιδεολόγημα της Ελληνικότητας στον Μεσοπόλεμο. Οδυσσέας , Αθήνα 1989.
43.  Τσοκόπουλος.Β. Η πρώτη ανθοφορία του βιβλίου. Οδοιπορικό στα ελληνικά εκδοτικά πράγματα από τις αρχές του αιώνα. εφημερίδα Καθημερινή 7 ημέρες 9 Μάιου 1999. 
44.  Φραγκουδάκη Α: Τα αναγνωστικά του δημοτικού σχολείου. Ιδεολογικός πειθαναγκασμός και παιδαγωγική βία. Θεμέλιο. Αθήνα 1979.
45.  Της ίδιας: Εκπαιδευτική Μεταρρύθμιση και φιλελεύθεροι διανοούμενοι. Άγονοι αγώνες και ιδεολογικά αδιέξοδα στον Μεσοπόλεμο. Κέδρος, Αθήνα  1977
46.  Χαραλάμπους Δ.Φ: Ο Εκπαιδευτικός Όμιλος, η ίδρυσή, η δράση του για την εκπαιδευτική Μεταρρύθμιση και η διάσπασή του. Εκδόσεις αδ. Κυριακίδη ,Θεσσαλονίκη 1987
47.  Του ίδιου: Το σχολικό βιβλίο στην Ελλάδα. Από τον 19ο αιώνα ως το 1940. εφημερίδα Καθημερινή –7 ημέρες . 9 Μαίου 1999.
48.  Χατζηνικολάου Ν  Εθνική τέχνη και Πρωτοπορία. Εκδ Όχημα Αθήνα 1982
49.  Χρήστου Χρ   Νεοελληνική χαρακτική. Εκδοτική Αθηνών . Αθήνα 1994
50.  Χριστιανόπουλος ΝτΒίοι παράλληλοι από την συλλογή  Η κάτω βόλτα.   Διαγώνιος Θεσσαλονίκη 1980



[1] «Χρειαζόμεθα δια τας γλωσσικάς ασκήσεις του νηπιαγωγείου των ξενοφώνων γλώσσαν ζωντανήν και ακεραίαν προς έκφρασιν του παιδικού βίου ολοκλήρου.»   Από οδηγία του Τμήματος  Εκπαιδεύσεως της Γεν. Διοικήσεως Μακεδονίας στα 1913

[2] «Αλλά δεν αρκεί το περιβάλλον μόνον να είναι καλλιτεχνικόν. Πρέπει να  ληφθή φροντίς και διά τάς εικόνας των διδακτικών βιβλίων. Ολαι σχεδόν  έως τώρα είνε απαίσιαι , χονδροειδείς , άτεχνοι ξυλογραφίαι και μουτζουρογραφίαι διαστρεβλώνουσαι  την αντίληψιν του Καλού. Ειδική επιτροπή καλλιτεχνών άς αναλάβη την εικονογράφησιν των διδακτικών  και ιδία των αναγνωστικών βιβλίων. Η διά του βιβλίου επίδρασις της καλαισθησίας είνε αμεσωτέρα…….μία καλώς συντεθειμένη και καλώς ειργασμένη και καλώς αποτυπωμένη εικών όχι μόνον τον ευαρεστεί , αλλ αναπτύσσει  ευχερέστερον και αποτελεσματικότερον την προς το καλόν αγάπην και υποβοηθεί την αντίληψιν της μαθήσεως.»  (Δ. Κ (Καλογερόπουλος ?)  Πινακοθήκη  τεύχη 210-211, Αυγ. –Σεπτ 1918 , σελ 49.)
[3] “Το βιβλίον δεν σκοπεί να δημιουργήση τσοπάνους, γεωπόνους, φυσιοδίφας αλλά να διαπλάση ηθικώς και θρησκευτικώς, να συντελέση εις την έξαρσιν του πατριωτικού φρονήματος. Τίποτε εξ αυτών δεν επιτυγχάνεται διά των εγκεκριμένων  αναγνωστικών.» ( ΕΛΛΗΝ,  Πινακοθήκη τεύχος 224 – 225,Οκτ – Νοέ 1919, σελ 65.)
[4]  Κουστουμιών δηλαδή πού αποτελούν ωραιοποιημένη εκδοχή των λαικών και πού κατοχυρώθηκαν σαν τέτοιες από τους Βαυαρούς του Όθωνα και της Αμαλίας όπως αυτές πού εικονίζονται  στο αλφαβητάριο τών Ι.Συκώκη-Α.Γεραλή τού1925. Ο Π.Νιρβάνας μιλάει για αυτές συγχρονικά στα απομνημονεύματά του. Νιρβάνας ’88 .
[5] Η αναφορά πού υπάρχει στο «Τα αναγνωστικά βιβλία του Δημοτικού σχολείου» στην σελίδα 229 της Α.Φραγκουδάκη ,περί έγκρισης του αλφαβηταρίου των  Δούκα-Δεληπέτρου-Ιμβριώτη  το 1929, δεν συμπίπτει χρονικά με το διάστημα πού ο Γ.Κεφαλληνός βρίσκεται στην Ελλάδα. Αυτό προκύπτει από το γράμμα πού γράφει ο χαράκτης στον γλύπτη Δημητριάδη πού βρίσκεται στο Παρίσι το 1931 και είναι ο άνθρωπος πού μεσολαβεί για τον διορισμό του Κεφαλληνού στην ΑΣΚΤ. (Κεφαλληνός 91). Εξ άλλου για την εικονογράφηση του αλφαβηταρίου γράφει ο Ε. Χ. Κάσδαγλης  πού τοποθετεί την έγκριση και την κυκλοφορία του αλφαβηταρίου στα 1932. (Κάσδαγλης ΄91 σ 256)

[6] Ο Γερμανός καθηγητής καλλιτεχνικών εργάζεται το 1912  στο σχολείο της Αικατερίνης Λασκαρίδου και της Μ.Κρίκου. Στο λιγοσέλιδο βιβλιαράκι του μιλάει με ενθουσιασμό για τις δυνατότητες και την  ισχυρή φαντασία των παιδιών της πρώτης σχολικής ηλικίας με φράσεις πού θυμίζουν τα κείμενα του John Dewey. Σε λίγα χρόνια η ζωγράφος Σοφία Λασκαρίδη θα τον  αντικαταστήσει σαν δασκάλα τέχνης στο σχολείο της μητέρας της. Οι σχέσεις της οικογενείας Λασκαρίδη με τους Δραγούμηδες  και τον Περικλή Γιαννόπουλο μας είναι σχεδόν γνωστές.

[7] Από αφηγήσεις σπουδαστών γνωρίζουμε ότι ο Κ.Μαλέας επισκεπτόταν τακτικά το εργαστήριο Τεχνικού σχεδίου του Παπάφειου Ορφανοτροφείου  έχοντας φιλικές σχέσεις με τον Γερμανό σχεδιαστή πού δίδασκε εκείνη την περίοδο το σχετικό μάθημα. Σχετικά με το ίδρυμα αυτό αναφέρει η  Ρούπα.  ( Ρούπα 94)

Κυριακή 26 Οκτωβρίου 2014

Επιστημονικές απόψεις περί της ύπαρξης του "Ταλέντου". Των: Χρήστου Γεωργίου και Νικήτα Καστή.

Είναι κοινή διαπίστωση ότι η ανθρώπινη δημιουργικότητα (η ικανότητα να διαμορφώνεις ιδέες με «αξία») –που αποτελεί συστατικό στοιχείο της ανθρώπινης φύσης– ιδιαίτερα στις παιδικές ηλικίες χρειάζεται να «αναγνωριστεί» και να καλλιεργηθεί ως «βασική ικανότητα» («γραμματισμός»). Η φαντασία και καλλιτεχνική έκφραση συνιστούν ήδη πρώιμες εκφράσεις αυτής της ικανότητας.

Ν. Καστή, με τίτλο Εκπαίδευση, Κοινωνική
Συνοχή και Οικονομική Ανάπτυξη, στην πρώτη Technology-Entertainment-Design (TEDx)
Εκδήλωση στην Αθήνα, στις 22 Οκτωβρίου 2009.
  
Δεν υπάρχουν εκ γενετής ταλέντα και ‘παιδιά θαύματα’

Το παρόν άρθρο αποτελεί συμπύκνωση του άρθρου «Έμφυτα ταλέντα: Πραγματικότητα ή μύθος; (Innate talents: Reality or myth?)» των Howe, M. J. A., Davidson, J. W. και Sloboda, J. A. (ερευνητών στα Βρετανικά πανεπιστήμια Exeter - Τμήμα Ψυχολογίας, Sheffield - Τμήμα Μουσικής, και Keele - Τμήμα Ψυχολογίας, αντιστοίχως), που δημοσιεύθηκε στο έγκριτο επιστημονικό περιοδικό Behavioral and Brain Sciences (τεύχος 21, σελ. 399-442, 1998) του Πανεπιστημίου της Οξφόρδης. Για λεπτομερέστερη μελέτη του πρωτότυπου άρθρου, ο κάθε ενδιαφερόμενος μπορεί να το βρει στην ιστοσελίδα http://journals.cambridge.org/action/displayAbstract?fromPage=online&aid=29991 , ή επικοινωνώντας με τον γράφοντα (c.georgiou@upatras.gr).

Ο γράφων προέβη στην παρουσίαση αυτού του άρθρου διότι το θεωρεί ιδιαίτερα χρήσιμο σε φορείς/πρόσωπα του χώρου της εκπαίδευσης, όπως το υπουργείο Παιδείας, το Παιδαγωγικό Ινστιτούτο, το Εθνικό Συμβούλιο Παιδείας, οι επιτροπές χάραξης εκπαιδευτικής πολιτικής των κομμάτων, τα Πανεπιστήμια (ιδιαίτερα τα Παιδαγωγικά Τμήματα), οι Διευθύνσεις Πρωτοβάθμιας και Δευτεροβάθμιας Εκπαίδευσης, και βέβαια οι εκπαιδευτικοί όλων των βαθμίδων.

Το καταληκτικό συμπέρασμα των συγγραφέων του πρωτότυπου άρθρου περί μη ύπαρξης έμφυτων ταλέντων συμφωνεί με τα ευρήματα των βιολογικών επιστημών ότι η διανοητική ανάπτυξη του εγκεφάλου και η μάθηση δεν εξαρτώνται από τα γονίδια μας. Αυτό το θέμα αναπτύσσεται εκτενώς από τον γράφοντα σε άρθρο του στο περιοδικό Ουτοπία (τεύχος 87, σελίδες 93-130, 2009), με τίτλο «Βιολογικός ντετερμινισμός, άτομο και κοινωνίες ισότητας».

Χρήστος Γεωργίου
Καθηγητής Βιοχημείας
Τμήμα Βιολογίας
Πανεπιστήμιο Πατρών

Επιμέλεια μετάφρασης του πρωτότυπου άρθρου:
Μαρία Παναγιωτονάκου,
Διπλωματούχος Αγγλικής Φιλολογίας

1. Εισαγωγή
Πλήθος στοιχείων δείχνουν ότι τα παιδιά διαφέρουν μεταξύ τους στα επιτεύγματα και στην ευκολία μάθησης σε πολλούς τομείς εξειδίκευσης, από τη μουσική, τον χορό, τις τέχνες και τη λογοτεχνία έως τον αθλητισμό, το σκάκι, τα μαθηματικά, τις επιστήμες και την εκμάθηση ξένων γλωσσών. Σημαντικές διαφορές καταγράφονται ακόμα κι εντός της ίδιας οικογένειας: για παράδειγμα, ένα παιδί που αγωνίζεται ανεπιτυχώς να μάθει κάποιο μουσικό όργανο μπορεί να ξεπεραστεί στην πρόοδο από το μικρότερο αδελφάκι του.

Ο πιο πολύς κόσμος πιστεύει ότι το να γίνει κάποιος εξαιρετικά ικανός σε ορισμένους τομείς εξαρτάται από την παρουσία ή απουσία έμφυτων γνωρισμάτων, χαρακτηριζόμενων συχνά με τις ετικέτες «ταλέντα», «χαρίσματα» και σπανιότερα «φυσικές κλίσεις». Σύμφωνα με μια ανεπίσημη Βρετανική έρευνα, πάνω από τα τρία τέταρτα των εκπαιδευτικών που αποφασίζουν ποιοι μαθητές πρέπει να λάβουν μουσική εκπαίδευση, πιστεύουν ότι θα τα καταφέρουν μόνον όσοι διαθέτουν κάποια έμφυτα χαρίσματα. Επίσης, είναι πλατιά διαδεδομένη η άποψη ότι το έμφυτο ταλέντο που κάνει ένα άτομο ικανό να αριστεύσει εμφανίζεται σε πολύ μικρή ηλικία. Ο σκοπός αυτού του άρθρου είναι να εξετάσει τα επιχειρήματα υπέρ και κατά της άποψης ότι τα εξαιρετικά επιτεύγματα εξαρτώνται από ιδιαίτερες βιολογικές δυνατότητες που χαρακτηρίζουν ορισμένα μικρά παιδιά.
Αυτό το θέμα έχει σημαντικές κοινωνικές επιπτώσεις. Συνέπεια της άποψης ότι τα έμφυτα χαρίσματα αποτελούν προϋπόθεση για υψηλές επιδόσεις είναι ότι τα νεαρά άτομα που θεωρούνται ατάλαντα σε κάποιο τομέα ενδέχεται να στερηθούν την απαραίτητη βοήθεια και ενθάρρυνση για να αναπτύξουν τις ικανότητες τους σε υψηλό επίπεδο. H πρόοδος των παιδιών επηρεάζεται θετικά ή αρνητικά από τις προσδοκίες των ενηλίκων.

1.1. Ορισμός του ταλέντου
Πριν εξετάσουμε τα δεδομένα υπέρ και κατά της ύπαρξης ταλέντων, καλό θα ήταν να ορίσουμε με τη μεγαλύτερη δυνατή σαφήνεια την έννοια του όρου «ταλέντο». Στην καθημερινότητα, οι άνθρωποι δεν προσδιορίζουν τι εννοούν με αυτό τον όρο, δηλαδή πώς αντιλαμβάνονται το έμφυτο ταλέντο ή τις επιδράσεις του. Για τους σκοπούς αυτού του άρθρου θα θεωρήσουμε ότι το ταλέντο χαρακτηρίζεται από πέντε ιδιότητες-κριτήρια: (1) Προέρχεται από γενετικά κληρονομούμενες δομές (επεξήγηση του γράφοντος: τα γονίδια) και άρα είναι τουλάχιστον μερικώς έμφυτο. (2) Το σύνολο των επιδράσεων του μπορεί να μην είναι εμφανές σε πρώιμο στάδιο, αλλά θα προϋπάρχουν ενδείξεις που θα επιτρέπουν σε ειδικούς να αναγνωρίσουν την ύπαρξη του ταλέντου προτού εκδηλωθεί σε εξαιρετικά επίπεδα απόδοσης. (3) Αυτές οι πρώιμες ενδείξεις ταλέντου αποτελούν βάση πρόβλεψης για το ποιοι ενδέχεται να διαπρέψουν. (4) Ελάχιστα παιδιά είναι ταλαντούχα διότι αν ήταν όλα δεν θα υπήρχε τρόπος να προβλεφθούν ή να εξηγηθούν τα επιτεύγματα μόνο μερικών από αυτά. (5) Τέλος, το ταλέντο περιορίζεται σε συγκεκριμένο τομέα (π.χ. «ταλέντο στη μουσική»). Αυτές οι πέντε ιδιότητες του ταλέντου σκοπεύουν να δώσουν ένα ορισμό κοινά αποδεκτό από τους ερευνητές, που να ταιριάζει και με την αίσθηση του μέσου ανθρώπου για το ταλέντο. Όπως ο μέσος άνθρωπος, οι ερευνητές χρησιμοποιούν τον όρο «ταλέντο» για να προβλέπουν ή να εξηγούν την απόδοση κάποιου ατόμου χωρίς όμως να περιγράφουν τον όρο.

2. Στοιχεία που υποστηρίζουν την ύπαρξη ταλέντου
Διάφορα στοιχεία δείχνουν να συνηγορούν υπέρ της άποψης του ταλέντου. (1) Η ύπαρξη πολλών μαρτυριών για παιδιά που απέκτησαν εντυπωσιακές δεξιότητες πολύ νωρίς στη ζωή τους, παρότι φαινομενικά στερούνταν ευκαιριών για θεωρούμενες ως απαραίτητες μαθησιακές εμπειρίες. (2) Σχετικά σπάνιες ικανότητες που μπορούν να έχουν έμφυτη προέλευση (π.χ. «τέλεια» αντίληψη του μουσικού τόνου) φαίνεται να εμφανίζονται αυθόρμητα σε λίγα παιδιά και ενδέχεται να αυξάνουν την πιθανότητα να διαπρέψουν στη μουσική. (3) Αναφορές για ύπαρξη βιολογικής συσχέτισης ορισμένων δεξιοτήτων και ικανοτήτων. (4) Δεδομένα από το ιστορικό αυτιστικών παιδιών και ειδικότερα των διανοητικά ανάπηρων ατόμων που ταξινομούνται στην ομάδα των «σοφών ιδιωτών».

2.1. Στοιχεία δεξιοτήτων που εμφανίζονται σε ασυνήθιστα πρώιμο στάδιο
Η βιβλιογραφία βρίθει αναφορών περί ύπαρξης παιδιών-θαυμάτων με ιδιαζόντως πρώιμη ανάπτυξη. Υπάρχουν περιγραφές για ένα αγόρι που άρχισε να μιλά σε ηλικία πέντε μηνών, και για ένα άλλο που κατά τους γονείς του σχημάτιζε προτάσεις από τον τρίτο μήνα, συμμετείχε σε συζητήσεις στον έκτο του μήνα και διάβαζε απλά βιβλία στην ηλικία του ενός έτους. O Francis Galton (σημείωση του γράφοντος: εξάδελφος του Δαρβίνου) λέγεται ότι διάβαζε όταν ήταν τριών ετών. Όμως, σε καμία από αυτές τις περιπτώσεις η πρώιμη έκρηξη γλωσσικών δεξιοτήτων δεν καταγράφηκε από τον ερευνητή, και όλες οι αρχικές μελέτες ήταν ετεροχρονισμένες και ανεκδοτολογικού χαρακτήρα (ήτοι αθεμελίωτες). Ακόμα και οι πιο πρόσφατες μελέτες μειονεκτούν ως προς αυτό το στοιχείο. Σε ανεκδοτολογικά στοιχεία στηρίζονται, επίσης, αναφορές για μουσικούς που σε πολύ νεαρή ηλικία παρουσίασαν αυθορμήτως εντυπωσιακές ικανότητες. Ως παιδιά-θαύματα θεωρούνταν ορισμένοι εξέχοντες συνθέτες, και σε μερικές περιπτώσεις οι αναφορές κάνουν λόγο για ξεχωριστές μουσικές ικανότητες από πολύ πρώιμη ηλικία. Οι πρώιμες ικανότητες του Mozart είναι ευρέως γνωστές. Κι εδώ οι περισσότερες αναφορές στηρίζονται σε ανεκδοτολογικές περιγραφές που έγιναν πολλά χρόνια μετά τα φερόμενα ως παιδικά επιτεύγματα[1]. Μερικές αναφορές είναι αυτοβιογραφικές, όπως π.χ. του Stravinsky που περιγράφει την κατάπληξη των γονιών του για το γεγονός ότι μιμείτο τοπικούς τραγουδιστές στην ηλικία των δύο ετών, ή του Arthur Rubenstein που ισχυριζόταν ότι υπήρξε δεξιοτέχνης στο πιάνο πριν καν μιλήσει. Η εγκυρότητα τέτοιων αυτοβιογραφικών αναφορών είναι αμφισβητούμενη υπό το πρίσμα του ότι οι παιδικές αναμνήσεις των τριών πρώτων χρόνων είναι αναξιόπιστες. Οι βιογραφίες εξεχόντων συνθέτων κατά την παιδική τους ηλικία αποκαλύπτουν ότι όλοι τους είχαν μακροχρόνια συστηματική εντατική μόρφωση και εξάσκηση. Η εμφάνιση εξαιρετικών δεξιοτήτων μάλλον ακολούθησε παρά προηγήθηκε μιας περιόδου κατά την οποία δόθηκαν εξαιρετικές ευκαιρίες στο παιδί, που συχνά συνδυάζονταν με μεγάλες προσδοκίες ότι θα προόδευε. Υπάρχουν επίσης μερικές περιγραφές για πρώιμες ικανότητες στις εικαστικές τέχνες, όπου ερευνητές έχουν συλλέξει ζωγραφιές δίχρονων και τρίχρονων παιδιών πολύ πιο ρεαλιστικές από των άλλων παιδιών. Μεταξύ των σημαντικών καλλιτεχνών, όμως, ελάχιστοι έχουν σχεδιάσει και ζωγραφίσει πολλά υποσχόμενα έργα προ της ηλικίας των οκτώ.

2.2. Στοιχεία για ιδιαίτερες δυνατότητες που διευκολύνουν την απόκτηση ειδικών ικανοτήτων
Το γεγονός ότι μερικά άτομα αποκτούν ικανότητες χωρίς ιδιαίτερο κόπο και ευκολότερα από άλλους ανθρώπους δεν επιβεβαιώνει την ύπαρξη ταλέντου. Οι διαφορές μεταξύ ανθρώπων στην ευκολία απόκτησης κάποιας δεξιότητας μπορεί να οφείλονται στη συνεισφορά πολλών παραγόντων. Σε αυτούς περιλαμβάνονται επιρροές από τα κίνητρα και την προσωπικότητα του ατόμου, καθώς και πρότερες μαθησιακές εμπειρίες που του δίνουν γνώσεις, ιδέες, δεξιότητες και αυτοπεποίθηση. Η ευκολία απόκτησης των ασυνήθιστων ικανοτήτων είναι συχνά το αποτέλεσμα τους.
Το πεδίο της μουσικής παρέχει ίσως τη σαφέστερη ένδειξη για ιδιαίτερες ικανότητες που εκδηλώνονται από μια μειοψηφία ατόμων σε μικρή ηλικία, χωρίς φαινομενικά να καταβάλουν ιδιαίτερη προσπάθεια. Ορισμένα παιδιά διαθέτουν «τέλεια» ή «απόλυτη» αντίληψη του μουσικού τόνου. Τέτοια προικισμένα παιδιά μπορούν να ονοματίζουν και να τραγουδούν συγκεκριμένους τόνους χωρίς να τους έχει δοθεί από πριν ο τόνος αναφοράς. Ο απόλυτος τόνος έχει συνδεθεί με δομικές διαφορές στην μορφολογία του εγκεφάλου. Μουσικοί με απόλυτο τόνο παρουσιάζουν μεγαλύτερη ασυμμετρία στο αριστερό κροταφικό πεδίο (leftward planum temporale) από μη μουσικούς και μουσικούς χωρίς τέλειο τόνο. Όμως, δεν είναι ξεκάθαρο αν αυτές οι διαφορές οφείλονται στον απόλυτο τόνο ή είναι το αποτέλεσμα διαφορών στη μάθηση και την εμπειρία.
Οι μουσικοί που διαθέτουν απόλυτο τόνο θα ήταν αναμενόμενο να είναι πιο επιτυχημένοι από αυτούς που δεν έχουν, αλλά αυτό δεν συμβαίνει πάντα. Η αντίληψη του απόλυτου τόνου έχει περιορισμένη χρησιμότητα. Για παράδειγμα, δεν συνεισφέρει στις ερμηνευτικές ικανότητες του ατόμου. Επιπλέον, τα στοιχεία δείχνουν ότι μπορεί να διδαχθεί. Κάτι τέτοιο είναι σύνηθες σε νεαρούς μουσικούς που εκπαιδεύονται εντατικά πριν την ηλικία των πέντε ή έξι ετών, ίσως επειδή ένα μικρό παιδί δίνει μεγαλύτερη προσοχή στις μεμονωμένες νότες πριν φτάσει στο σημείο να αντιλαμβάνεται τους ήχους ως μέρος μεγαλύτερων μουσικών δομών. Σε αντίθεση με την άποψη ότι ο απόλυτος τόνος αποτελεί ξεκάθαρη απόδειξη ταλέντου, μερικές φορές τον διαθέτουν άτομα που αρχίζουν τη μουσική τους εκπαίδευση σε μεγαλύτερη ηλικία, και μπορεί να αποκτηθεί ακόμα και από ενήλικες αν και μετά από μεγάλη προσπάθεια.
Παρομοίως, η φωτογραφική φαντασία (eidetic imagery) έχει θεωρηθεί ως ταλέντο. Όπως και ο απόλυτος τόνος, έχει παρατηρηθεί σε ορισμένα μικρά παιδιά και μάλιστα χωρίς ειδική εκπαίδευση. Αυτή η ικανότητα φαίνεται ότι κάνει τα μικρά παιδιά ικανά να ανακαλούν αρκετά λεπτομερείς οπτικές πληροφορίες, αλλά αυτό το φαινόμενο είναι φευγαλέο και δύσκολα επαληθεύσιμο· άλλωστε, τα οφέλη του είναι ελάχιστα, αν όχι μηδενικά. Παρότι αυτό το φαινόμενο δείχνει να υφίσταται ως υποκειμενική εμπειρία, δεν υπάρχουν αποδεικτικά στοιχεία που να το συνδέουν με κάποια ιδιαίτερη ικανότητα μνήμης. Συμπερασματικά, η ικανότητα οπτικοποίησης πληροφοριών δεν προσφέρει κάποιο πλεονέκτημα.

2.3. Στοιχεία για βιολογικό ρόλο στις ιδιαίτερες δεξιότητες
Υπάρχει εκτεταμένη συνδυαστική κυρίως έρευνα που συσχετίζει διάφορες μετρήσεις στη δομή του εγκεφάλου με την εγκεφαλική λειτουργία, την ενεργοποίηση και τη συμπεριφορά. Οι ιδιαίτερες επιδόσεις έχουν συνδεθεί με (α) ηλεκτροφλοιικές μετρήσεις όπως προκλητά δυναμικά (evoked potentials) και τα συστατικά μέρη τους, (β) δεδομένα από την ημισφαιρική πλευρικότητα (hemispheric laterality) του εγκεφάλου, (γ) εικόνες τομών εγκεφάλου, και (γ) ακούσιες κινήσεις του ματιού (saccadic eye movements).
Έχουν διαπιστωθεί συγκεκριμένες συσχετίσεις ιδιαίτερων ικανοτήτων με βιολογικούς παράγοντες όπως η χρήση του αριστερού χεριού, διαταραχές του ανοσοποιητικού συστήματος, μυωπία, μετρήσεις ροής αίματος, προγεννητική έκθεση σε υψηλά επίπεδα τεστοστερόνης, αλλεργίες, επίπεδα ουρικού οξέος, ρυθμός μεταβολισμού της γλυκόζης, και πλαγίωση (laterality) εγκεφάλου.
Ορισμένοι ερευνητές υποστηρίζουν ότι υφίστανται διαφορές μεταξύ των φύλων ως προς τις χωρικές ικανότητες (spatial abilities) που φαίνεται να συνεισφέρουν στις μαθηματικές επιδόσεις και πιθανόν βασίζονται σε βιολογικές διαφορές· ότι παράμετροι επεξεργασίας των πληροφοριών, που εμπλέκονται σε ορισμένες ανθρώπινες ικανότητες όπως η ταχύτητα απόκρισης, είναι τουλάχιστον μερικώς κληρονομήσιμες· ότι υπάρχουν κληρονομικοί παράγοντες που αποτελούν τη βάση για άλλες ατομικές διαφορές στις ικανότητες όπως η εν ενεργεία μνήμη (working memory)· ότι σε νεαρά άτομα που σημειώνουν εξαιρετική πρόοδο στα μαθηματικά έχει παρατηρηθεί αυξημένη ικανότητα να χειρίζονται πληροφορίες βραχυπρόθεσμης μνήμης· ότι μερικές από τις έμφυτες επιρροές που συνεισφέρουν στην ποικιλότητα των αποτελεσμάτων των τεστ ευφυΐας πιθανόν να συνεισφέρουν επίσης και στις ατομικές διαφορές σε ιδιαίτερες δεξιότητες.
Γενικά, τα συνδυαστικά στοιχεία που συνδέουν τις επιδόσεις με χαρακτηριστικά γνωρίσματα του εγκεφάλου υποθέτουν ότι έμφυτα καθοριζόμενες βιολογικές διαφορές συνεισφέρουν στη διαφορετικότητα των ατόμων σε ξεχωριστές ικανότητες. Εντούτοις, υπάρχει μεγάλο χάσμα μεταξύ της ταυτοποίησης νευρωνικών συσχετίσεων με συμπεριφορικές διαφορές και της εύρεσης κάποιου δείκτη ταλέντου. Οι σχέσεις μεταξύ νευρωνικών μετρήσεων και επιδόσεων είναι εξαιρετικά αδύναμες για να εγγυηθούν την εξαγωγή συμπερασμάτων για ύπαρξη ταλέντων, και ελαχιστοποιούνται όταν τα επιτεύγματα είναι πιο σύνθετης υφής.
Για να υποστηριχθεί η ύπαρξη του ταλέντου, οι νευρωνικές συσχετίσεις με εξαιρετικές δεξιότητες θα έπρεπε να συνοδεύονται από (1) σαφήνεια για την αιτιότητα και τις αποδείξεις ότι η νευρωνική μέτρηση (2) καθορίζεται έμφυτα (δεν είναι το αποτέλεσμα διαφορών στις εμπειρίες), (3) είναι εξειδικευμένη όσον αφορά τη συγκεκριμένη ικανότητα, και (4) ισχύει επιλεκτικά για συγκεκριμένη μειοψηφία ατόμων. Στη βιβλιογραφία δεν υπάρχουν κανενός είδους νευρωνικές μετρήσεις που να πλησιάζουν ούτε στο ελάχιστο αυτά τα κριτήρια. Ούτε υπάρχουν αδιάσειστα εναλλακτικά στοιχεία πρώιμων πρόδρομων φυσικών δεικτών για ειδικές δυνατότητες, που να έχουν προκύψει από μελέτες σε προγεννητικές ικανότητες ή μεταγεννητικές γνωστικές λειτουργίες.

Ερευνητές υποστηρίζουν ότι οι φαινομενικοί δομικοί δείκτες ιδιαίτερων ικανοτήτων θα πρέπει να ερμηνεύονται με μεγάλη προσοχή. Επισημαίνουν δε ότι οι ατομικές διαφορές στη σύσταση συγκεκριμένων μυών είναι αξιόπιστοι πρόδρομοι δείκτες διαφορών στην αθλητική επίδοση, και ότι αυτό το γεγονός έχει ευρέως προβληθεί ως απόδειξη της ύπαρξης γενετικών καθοριστικών παραγόντων (επεξήγηση γράφοντος: γονίδιων) στην αθλητική υπεροχή. Όμως υπογραμμίζουν ότι οι διαφορές στην αναλογία σε μυϊκές ίνες αργής ταχύτητας αντίδρασης (slow-twitch) που είναι απαραίτητες για επιτυχημένους δρομείς μεγάλων αποστάσεων, είναι σε μεγάλο βαθμό το αποτέλεσμα εντατικής προπόνησης και όχι το αρχικό αίτιο της διαφορετικότητας στις ικανότητες.

Ορισμένες ατομικές διαφορές στη δομή και τη λειτουργία του εγκεφάλου είναι το αποτέλεσμα διαφορών στις εμπειρίες και όχι το βασικό αίτιο. Η εμπειρία μπορεί να αλλάξει διάφορα τμήματα του εγκεφάλου των θηλαστικών, περιλαμβανομένων των σωματο-αισθητηριακών, οπτικών και ακουστικών συστημάτων. Στους βιολιστές και σε άλλους μουσικούς έγχορδων οργάνων η αντιστοίχιση των δακτύλων του αριστερού χεριού (που πιέζει τις χορδές) με περιοχές του εγκεφαλικού φλοιού είναι μεγαλύτερη από αυτή των μη μουσικών. Ο δε βαθμός διαφορετικότητας συνδέεται με την ηλικία που ο μουσικός ξεκίνησε την εκπαίδευση του.

Η γνώση μας για τη γενετική βάση των ειδικών ικανοτήτων υψηλού επιπέδου είναι ιδιαίτερα περιορισμένη. Στη Μελέτη της Μινεσότα σε δίδυμα που μεγάλωσαν ξεχωριστά, η ατομική αξιολόγηση στο μουσικό ταλέντο είχε συντελεστή συσχέτισης 0.44 μεταξύ των μονοζυγωτικών (σημείωση γράφοντος: αδελφών με ταυτόσημο DNA) σημαντικά μικρότερο από το συντελεστή συσχέτισης 0.69 μεταξύ των μονοζυγωτικών διδύμων (σημείωση του γράφοντος: με διαφορετικό DNA), δείχνοντας ότι οι εμπειρίες από το οικογενειακό περιβάλλον συνεισφέρουν σημαντικά στην αξιολόγηση του μουσικού ταλέντου. Παρομοίως, άλλη μελέτη σε δίδυμους συμπέρανε ότι μεταξύ νεαρών ενηλίκων η μουσική ικανότητα επηρεάζεται περισσότερο από το οικογενειακό περιβάλλον παρά από τα γονίδια.
   
2.4. Στοιχεία για ασυνήθιστες δυνατότητες «σοφών» αυτιστικών παιδιών
Από το ιστορικό των περισσότερων «σοφών ιδιωτών» είναι φανερό ότι η εμφάνιση ιδιαίτερων δεξιοτήτων συνοδεύεται από έμμονο ενδιαφέρον από μέρους τους για υπερεξάσκηση. Όμως, υπάρχουν και λίγες αναφορές διανοητικά καθυστερημένων παιδιών με ειδικές δεξιότητες που φαίνεται να είχαν αποκτηθεί χωρίς κάποια ειδική εξάσκηση ή οδηγίες. Ερευνητές αναφέρουν ένα κοριτσάκι, την Nadia, που ζωγράφιζε θαυμάσιες εικόνες αλόγων και πουλιών, και ένα άλλο παιδάκι, τον Stephen Wiltshire, με παρόμοιες ικανότητες, καθώς κι ένα πεντάχρονο αγόρι που αναπαρήγε στο πιάνο τις μελωδίες που άκουγε.
Οι αξιοθαύμαστες ικανότητες αυτιστικών μουσικών και καλλιτεχνών ίσως πλησιάζουν αυτό που θεωρείται ως ταλέντο. Τουλάχιστον για τις περιπτώσεις της Nadia και του πεντάχρονου αγοριού, το επίπεδο των επιδόσεων τους ήταν ανώτερο από των μη αυτιστικών παιδιών της ηλικίας τους. Μόνο υποθέσεις μπορούν να γίνουν για το πώς αυτά τα παιδιά επιτύγχαναν πράγματα που τα άλλα αδυνατούσαν, αν και αξίζει να σημειωθεί ότι σε πολλές τεκμηριωμένες περιπτώσεις τα παιδάκια επικεντρώνονταν πολλές ώρες την ημέρα στο ειδικό ενδιαφέρον τους. Δεν υπάρχουν άμεσες αποδείξεις ότι τα αίτια είναι έμφυτα, αλλά ακόμα κι αν υφίσταται κάποια έμφυτη παράμετρος η κύρια επίδραση της είναι ίσως στην επαύξηση της ιδιαίτερης εμμονής τους παρά σε αυτές καθ’ αυτές τις ειδικές δεξιότητές τους.  

3. Στοιχεία που διαψεύδουν την ύπαρξη του ταλέντου
Αυτή η ενότητα παραθέτει ποικίλα ευρήματα προς την αντίθετη κατεύθυνση, και εισάγει και άλλους λόγους που αμφισβητούν την άποψη της ύπαρξης έμφυτου ταλέντου.

3.1 Απουσία πρώιμων δεικτών
Όπως επισημάνθηκε στην υποενότητα 2.1, τα περισσότερα στοιχεία για ύπαρξη πολύ πρώιμων ενδείξεων σε ασυνήθιστες ικανότητες είναι είτε ετεροχρονισμένα ή βασίζονται σε καταγραφές που δόθηκαν από τους γονείς, οι ισχυρισμοί των οποίων, όμως, ότι δεν είχαν ενεργό ρόλο στην ενθάρρυνση της προόδου του παιδιού τους διαψεύδονται από άλλα στοιχεία. Με εξαίρεση την περίπτωση των ολίγων αυτιστικών παιδιών που αναφέρθηκαν στην υποενότητα 2.4, δεν υπάρχουν τεκμηριωμένα στοιχεία περί ξεχωριστών πρώιμων επιτευγμάτων χωρίς υπέρμετρη γονική υποστήριξη και ενθάρρυνση. Αυτό δεν σημαίνει ότι η γονική υποστήριξη ή οι ειδικές ευκαιρίες και η εξάσκηση εξηγούν όλες τις περιπτώσεις λαμπρών επιδόσεων.

Αρχικά, θα αναφερθούμε σε ορισμένες μελέτες που αφορούν στο κατά πόσο παιδάκια που θεωρήθηκαν ασυνήθιστα ικανά από την παιδική τους ηλικία και μετέπειτα, επέδειξαν πρώιμους δείκτες ειδικών ικανοτήτων διαφορετικών από αυτές που οφείλονται στην πρώιμη γονική εκπαίδευση ή στην ειδική ενθάρρυνση.

Θα πρέπει να λάβουμε υπόψη ότι οι πρώιμες ικανότητες δεν συνιστούν απόδειξη ύπαρξης ταλέντου εκτός και αν αυτό εκδηλωθεί απουσία ειδικών ευκαιριών μάθησης. Για παράδειγμα, κάποτε θεωρείτο ότι είναι κληρονομική η ικανότητα βρεφών από ορισμένες περιοχές της Αφρικής να κάθονται και να βαδίζουν αρκετά νωρίτερα από τα παιδάκια της Ευρώπης, αλλά ερευνητές έδειξαν ότι αυτή η υπόθεση ήταν λανθασμένη. Μελετώντας τα βρέφη μιας φυλής στην Κένυα, οι ερευνητές επιβεβαίωσαν ότι πράγματι αυτά παρουσίαζαν κινητικές ικανότητες, όπως βάδισμα, όρθια στάση και κάθισμα, χωρίς την υποστήριξη της μητέρας τους ή πολύ νωρίτερα από τα παιδιά άλλων ηπείρων, αλλά επίσης ανακάλυψαν ότι οι μόνες δεξιότητες που αυτά τα βρέφη απέκτησαν νωρίτερα από τα άλλα ήταν εκείνες που τους δίδαξαν οι μητέρες τους. Όταν γενετικά παρόμοια βρέφη από την ίδια φυλή ανατράφηκαν σε ένα αστικό περιβάλλον όπου οι γονείς δεν τους παρείχαν την ειδική εκπαίδευση που τους έδιναν στα παραδοσιακά χωριά, αυτά τα βρέφη δεν επέδειξαν κάποια πρόωρη κινητικότητα. Οι έρευνες αυτές επιβεβαιώθηκαν από τον συντελεστή συσχέτισης 0.9 που βρέθηκε μεταξύ της ηλικίας που το μωρό ξεκίνησε να μπουσουλά και του βαθμού της προς τούτο ενθάρρυνσής του από τους γονείς του. Αυτά τα ευρήματα δεν αποκλείουν την πιθανότητα μερικές πρώιμες διαφορές να έχουν βιολογική βάση, αλλά δείχνουν ότι δεν πρέπει να συνάγεται αυτομάτως τέτοιο συμπέρασμα.

Ελάχιστα απέδωσαν και οι μελέτες που έγιναν αναδρομικά για την ύπαρξη πρώιμων δεικτών προόδου σε άτομα που μετέπειτα αρίστευσαν. Ερευνητές πήραν συνέντευξη από 21 εξέχοντες Αμερικάνους πιανίστες συμφωνικής μουσικής (περίπου τριανταπέντε χρονών) στην αρχή της καριέρας τους, καθώς και από τους γονείς τους. Υπήρξαν ελάχιστες ενδείξεις ότι αυτοί οι μουσικοί είχαν εμφανίσει δείκτες μελλοντικής επιτυχίας ενόσω ήταν ακόμα πολύ νέοι. Στις περισσότερες περιπτώσεις, η ασυνήθιστα ταχεία πρόοδος ακολούθησε παρά προηγήθηκε ενός συνδυασμού καλών ευκαιριών και υπέρμετρης ενθάρρυνσης. Ακόμα και όταν οι νεαροί πιανίστες είχαν εξασκηθεί σχετικά εντατικά επί έξι χρόνια, σίγουρες προβλέψεις για την τελική επιτυχία τους μόνο σε ελάχιστες περιπτώσεις ήταν δυνατό να γίνουν. Παρομοίως, μια βιογραφική μελέτη 165 επαγγελματιών Πολωνών μουσικών απέδωσε ελάχιστες καταγραφές για κάποια προσχολική συμπεριφορά τους που να προοιώνιζε ιδιαίτερες ικανότητες στη μουσική. Μια άλλη μελέτη σε κορυφαίους Γερμανούς τενίστες επίσης δεν έδειξε πρώιμες ικανότητες πιθανής μελλοντικής επιτυχίας τους. Επιπλέον, μελέτες μέσω συνεντεύξεως στην παιδική επίδοση επιτυχημένων καλλιτεχνών, κολυμβητών και μαθηματικών, κατέγραψαν ελάχιστους πρώιμους δείκτες για μελλοντική επιτυχία πριν ενθαρρυνθούν μεθοδικά από τους γονείς τους.

Άλλοι ερευνητές μελέτησαν τη μορφή και τη συχνότητα εμφάνισης πρώιμων δεικτών στις μουσικές ικανότητες 257 μικρών παιδιών, μερικά από τα οποία παρουσίασαν εξαιρετική πρόοδο στη μουσική. Οι ερευνητές ρώτησαν τους γονείς τους αν παρατήρησαν ή όχι στα παιδιά τους την εμφάνιση κάποιων ειδικών δεικτών για πιθανή μουσική διάκριση, κι αν ναι πότε. Τους ρώτησαν επίσης πότε τα παιδιά τους πρωτοτραγούδησαν, ενδιαφέρθηκαν για τη μουσική, έδειξαν κάποια προτίμηση στη μουσική, ή ενεπλάκησαν σε κάποια μουσική δραστηριότητα. Μόνο αυτά που ασχολήθηκαν πρώιμα με τη μουσική και με το τραγούδι εκδήλωσαν (σε ελάχιστο βαθμό) πιο πρώιμο ενδιαφέρον απ’ ό,τι τα άλλα παιδιά και τελικά επέτυχαν στη μουσική. Στις περισσότερες περιπτώσεις, ο γονέας τραγουδούσε σε μόνιμη βάση στο νήπιο πολύ πριν αυτό τραγουδήσει.

Μερικοί ερευνητές υπέθεσαν ότι το ενδιαφέρον και η ευχαρίστηση για μουσικούς ήχους μπορεί να αποτελούν δείκτες έμφυτων μουσικών ικανοτήτων, αλλά ένα ερευνητικό ερωτηματολόγιο έδειξε ότι αυτές οι προτιμήσεις δεν αποτελούν δείκτες ύστερων μουσικών επιτευγμάτων. Σε κάθε περίπτωση, είναι αμφισβητούμενη η υπόθεση ότι ακόμα και οι πολύ πρώιμες προτιμήσεις πρέπει να είναι έμφυτες και όχι διδασκόμενες. Μικρές διαφορές στο βαθμό της προσοχής που δείχνουν τα νήπια (για οποιοδήποτε λόγο) σε διαφορετικά είδη ερεθισμάτων μπορούν να προκαλέσουν αυξητικά διαφορετικές δράσεις και αποκρίσεις, οι οποίες τελικά παράγουν έκδηλες προτιμήσεις και συνεισφέρουν στις διαφορές μεταξύ των μικρών παιδιών ως προς στις ικανότητές τους.

3.2 Στοιχεία που δείχνουν ανυπαρξία διαφορών στην ευκολία μάθησης μεταξύ «ταλαντούχων» και άλλων ατόμων
Διαφορές στην ταχύτητα ή στην ευκολία απόκτησης γνώσης θα μπορούσαν να αντικατοπτρίζούν κάποιο συγκεκριμένο ταλέντο μόνο αν έχουν αποκλειστεί άλλες επιρροές. Κάτι τέτοιο όμως δεν είναι εύκολο να γίνει. Παρεμβάλλουσες μεταβλητές όπως ο βαθμός εξοικείωσης με τμήματα ενός έργου μπορεί να επηρεάσουν την απόδοση ακόμα και στα απλά τεστ μνήμης.

Επιβεβαιωτικά στοιχεία προκύπτουν από μελέτες της μακροχρόνιας εξάσκησης στην ανάπτυξη ιδιαίτερων ικανοτήτων. Δεν εντοπίστηκαν σημαντικές διαφορές μεταξύ των πολύ επιτυχημένων νεαρών μουσικών και άλλων παιδιών στο χρόνο εξάσκησης που χρειάζονταν για να φτάσουν σε ορισμένο επίπεδο προόδου μεταξύ διαδοχικών τάξεων στις εξετάσεις στη Βρετανική μουσική επιτροπή (British musical board). Ούτε οι διαφορές μεταξύ ομάδων στον μέσο όρο προόδου ήταν μεγαλύτερες του αναμενόμενου από τις διαφορές στον διατιθέμενο χρόνο εξάσκησης. Σύμφωνη με αυτό είναι και η διαπίστωση ότι όλοι οι μεγάλοι συνθέτες χρειάστηκαν μακρές περιόδους εξάσκησης, τουλάχιστον δέκα χρόνων. Κατά έναν ερευνητή, αυτός ο χρόνος είναι υποτιμημένος. Υπολογίζει ότι οι εξέχοντες συνθέτες για να εδραιώσουν τη θέση τους στο κλασικό ρεπερτόριο δημιούργησαν την πρώτη σύνθεση τους κατά μέσον όρο μεταξύ των ηλικιών 26 και 31 ετών, έχοντας αρχίσει τα μαθήματα στη μουσική γύρω στα 9 έτη και στη σύνθεση γύρω στα 17. Παρομοίως, οι σκακιστές χρειάζονταν τουλάχιστον δέκα χρόνια διαρκούς προετοιμασίας για να φθάσουν σε διεθνές ανταγωνιστικό επίπεδο· και χρειάστηκαν περισσότερο χρόνο όσοι ξεκίνησαν από την παιδική ηλικία. Συγκρίσιμες χρονικές περίοδοι προετοιμασίας και εξάσκησης είναι απαραίτητες και για ποικίλα άλλα πεδία όπως τα μαθηματικά, οι ιατρικές και ακτινολογικές διαγνώσεις και ο αθλητισμός.

3.3 Εξαιρετικά επίπεδα επιτευγμάτων από «ατάλαντους» ανθρώπους
Πολλά ευρήματα που έρχονται σε αντίθεση με την άποψη για ύπαρξη ταλέντου προέρχονται από πειράματα σε κοινούς ανθρώπους που υποβάλλονται σε εντατική εξάσκηση για δεξιότητες που απαιτούν μεγάλη μνήμη ή αντίληψη. Σε μερικές περιπτώσεις, τα εξασκούμενα άτομα επιτυγχάνουν επίπεδα απόδοσης πολύ πιο ψηλά απ’ ότι θεωρείται εφικτό από τους περισσότερους ανθρώπους (περιλαμβανόμενων και των ειδικών επιστημόνων στην ψυχολογία της μάθησης και της μνήμης). Αμύητοι παρατηρητές υπέθεσαν ότι οι συμμετέχοντες σε αυτά τα πειράματα θα πρέπει να είχαν κάποια ιδιαίτερη έμφυτη κλίση. Παρόμοια ευρήματα έχουν καταγραφεί από μελέτες σε δεξιότητες σχετιζόμενες με το επάγγελμα του σερβιτόρου και του μπάρμαν. Σε μια μελέτη, οι σερβιτόρες των μπαρ κάθε φορά μπορούσαν να θυμούνται είκοσι παραγγελίες ποτού· η απόδοσή τους ήταν σημαντικά καλύτερη από της ομάδας σύγκρισης που αποτελείτο από πανεπιστημιακούς φοιτητές. Θα μπορούσε να υποτεθεί ότι τα άτομα που προσλαμβάνονται ως σερβιτόροι και μπάρμαν καταλήγουν σε τέτοιες δουλειές επειδή διαθέτουν έμφυτη δεξιότητα στη μνήμη, όμως τα ευρήματα άλλων ερευνητών δείχνουν ως πιθανότερο αίτιο της διάκρισης αυτών των ατόμων στην απομνημόνευση των παραγγελιών την εξάσκηση κατά την εργασία.

Ο ρόλος της εξάσκησης και όχι του χαρίσματος επιβεβαιώνεται και από τα επιτεύγματα που είναι σπάνια σε μια κουλτούρα και συνήθη σε κάποια άλλη. Σε ορισμένες κουλτούρες υψηλά επίπεδα δεξιοτήτων έχουν παρατηρηθεί σε παιδιά στην κολύμβηση και στο κανό, καθώς και στον καθορισμό της πορείας στην ανοιχτή θάλασσα και σε φαινομενικά γυμνά εδάφη. Ορισμένα μουσικά επιτεύγματα είναι πολύ πιο διαδεδομένα σε μερικές μη Δυτικές κουλτούρες απ’ ό,τι στη δική μας, και τα παιδιά των Αβορίγινων της Αυστραλιανής ερήμου έχουν καλύτερη επίδοση σε ορισμένες δοκιμασίες οπτικής μνήμης από τα λευκά παιδιά. Το γεγονός ότι η πρώιμη ανάπτυξη ορισμένων δεξιοτήτων στα νήπια χάνεται όταν οι γονείς τους δεν ακολουθούν τις παραδοσιακές συνήθειες εξάσκησης δείχνει ότι η πολιτισμική ποικιλότητα στα επιτεύγματα προκαλείται από διαφορές στις ευκαιρίες στη μάθηση.

3.4 Εννοιολογικές δυσκολίες του όρου ταλέντο
Υπάρχουν ορισμένα προβλήματα εννοιολογικού χαρακτήρα και λογικής με την ιδέα ότι το ταλέντο συνεισφέρει στις εξαιρετικές ανθρώπινες ικανότητες. Στον καθημερινό λόγο, ο συλλογισμός για το ταλέντο είναι συχνά κυκλικός. Για παράδειγμα: «Παίζει τόσο καλά επειδή έχει ταλέντο. Πώς γνωρίζω ότι έχει ταλέντο; Είναι προφανές, παίζει τόσο καλά!». Ακόμα και μεταξύ των ερευνητών που χρησιμοποιούν επεξηγηματικά την ιδέα του ταλέντου, τα υποστηρικτικά στοιχεία βασίζονται στα υποτιθέμενα αποτελέσματα. Όπως πολλά επιστημονικά κατασκευάσματα, το ταλέντο δεν είναι άμεσα αντιληπτό αλλά συναγόμενο. Αυτό δεν είναι αναγκαία κακό αρκεί να διασφαλίζεται ότι τα ευρήματα εξηγούνται με τη μέγιστη πειστικότητα χωρίς την προσφυγή στην ιδέα του ταλέντου.

4. Εναλλακτικές επιρροές που συνεισφέρουν σε φαινόμενα αποδιδόμενα στις επιδράσεις του ταλέντου
Τα αίτια για τις εξαιρετικές ικανότητες μπορεί να μην είναι ποιοτικά διαφορετικά από αυτά για τις λιγότερο εξαιρετικές ικανότητες των συνήθων ανθρώπων. Οι συσχετίσεις μεταξύ των ιδιαίτερων ικανοτήτων και των εμπειριών που προάγουν τη μάθηση έχουν ήδη μελετηθεί διεξοδικά. Εδώ θα ασχοληθούμε με την συνεισφορά της εκπαίδευσης και της εξάσκησης στα διάφορα είδη επιδεξιοτήτων.
Πολλές παράμετροι της ανθρώπινης ποικιλότητας μπορεί να επηρεάσουν τις μαθησιακές εμπειρίες των ανθρώπων και τις τελικές τους ικανότητες: (1) πρότερη γνώση σχετιζόμενη με δεξιότητες, (2) προσοχή, συγκέντρωση και απόσπαση προσοχής, (3) ενδιαφέροντα και αποκτώμενες προτιμήσεις, (4) κίνητρο και ανταγωνιστικότητα, (5) αυτοπεποίθηση και αισιοδοξία, (6) άλλες πτυχές της ιδιοσυγκρασίας και της προσωπικότητας, (7) ενθουσιασμός και ενεργητικότητα, και (8) κούραση και άγχος. Επίδραση επίσης ασκούν οι διαφορές στις ευκαιρίες και στις εμπειρίες, καθώς και στην καταλληλότητα της εκπαίδευσης και την αποτελεσματικότητα της μάθησης.

4.1 Στοιχεία από μελέτες στην εξάσκηση
Τα εντυπωσιακά αποτελέσματα της εκπαίδευσης και της εξάσκησης στους συνήθεις ανθρώπους συζητήθηκαν στην υποενότητα 3.3. Ακόμα και για όσους πιστεύεται ότι είναι ιδιαίτερα ταλαντούχοι στη μουσική, τα μαθηματικά, το σκάκι ή τον αθλητισμό, αυτό είναι αποτέλεσμα μακρών περιόδων καθοδήγησης και εξάσκησης. Η μουσική είναι ένα πεδίο ικανοτήτων που θεωρείται ως ιδιαίτερα εξαρτώμενο από το ταλέντο· παρομοίως, οι επιδράσεις της εξάσκησης σε άλλα πεδία ικανοτήτων ενδέχεται να είναι τουλάχιστον τόσο δυνατές όσο στη μουσική.

Ερευνητές βρήκαν ισχυρή συσχέτιση μεταξύ του επιπέδου της απόδοσης σπουδαστών βιολιού ηλικίας κοντά στα είκοσι έτη και του αριθμού των ωρών κανονικής εξάσκησης στην οποία είχαν υποβληθεί. Μέχρι την ηλικία των 21 ετών, οι καλύτεροι σπουδαστές στην απόδοση στο ωδείο είχαν συγκεντρώσει γύρω στις 10.000 ώρες εξάσκησης, συγκρινόμενες με λιγότερο από το μισό αυτών των ωρών για σπουδαστές στο ίδιο ίδρυμα που εκπαιδεύονταν ως δάσκαλοι βιολιού. Διαφορές παρόμοιου μεγέθους βρέθηκαν επίσης σε μια μελέτη που συνέκρινε εξπέρ και ερασιτέχνες πιανίστες. Οι μετρήσεις του χρόνου εξάσκησης από το ξεκίνημα της εκμάθησης ενός οργάνου αποδείχθηκαν καλοί δείκτες πρόβλεψης για διαφορές στην απόδοση μεταξύ σπουδαστών εντός μιας ομάδας αλλά και μεταξύ ομάδων. Μελέτες από άλλους ερευνητές στους εξπέρ μουσικούς παρέχουν επιπρόσθετα στοιχεία ότι η συστηματική εξάσκηση είναι αναγκαία για την απόκτηση και διατήρηση υψηλών επιπέδων ικανοτήτων. Επιπλέον, είναι απαραίτητο να δίνεται σημαντική βοήθεια και ενθάρρυνση σε όλους τους νεαρούς οργανοπαίκτες - ακόμα και σε αυτούς που οι γονείς και οι δάσκαλοι τους θεωρούν ιδιαίτερα ταλαντούχους - προκειμένου να διατηρήσουν το απαραίτητο επίπεδο εξάσκησης για να γίνουν εξπέρ.

Άλλοι ερευνητές μελέτησαν ετεροχρονισμένα στοιχεία από προσωπικά ημερολόγια μουσικών στα αποτελέσματα της εξάσκησης. Από αυτά επιβεβαιώθηκε η ισχυρή συσχέτιση μεταξύ εξάσκησης και επιτευγμάτων, που ήταν μέγιστη για πιο κανονικά και συστηματικά είδη εξάσκησης όπως οι κλίμακες και οι ασκήσεις. Η επίτευξη του υψηλότερου επιπέδου (Βαθμός 8) στις εξετάσεις της Επιτροπής Βρετανικών Ενώσεων (British Associated Board) στην απόδοση στη μουσική, απαιτούσε κατά μέσο όρο περίπου 3.300 ώρες εξάσκησης ανεξαρτήτως της  δυναμικής της ομάδας στην οποία τα νεαρά άτομα της μελέτης είχαν ταξινομηθεί. Αυτό δείχνει ότι η εξάσκηση είναι ένα άμεσο αίτιο της επιτυχίας και όχι μια απλή συσχέτισή της.

Εν περιλήψει, δεν υπάρχουν στοιχεία που να στηρίζουν την ύπαρξη ταλέντου για τους ακόλουθους λόγους: (1) υπάρχει έλλειψη πειστικών στοιχείων (ενότητα 2)· (2) υπάρχουν πάρα πολλά στοιχεία περί του αντιθέτου (ενότητα 3)· (3) το εύρημα ότι μετρήσεις του βαθμού εξάσκησης (ακόμα και σε ετεροχρονισμένες περιπτώσεις) αποτελούν δείκτες πρόβλεψης των επιπέδων απόδοσης (υποενότητα 4.1)· (4) η παρατήρηση ότι τα «ταλαντούχα» άτομα δεν επιτυγχάνουν υψηλά επίπεδα ικανοτήτων χωρίς σημαντικό βαθμό εκπαίδευσης (υποενότητα 3.2)· (5) το στοιχείο ότι τα άτομα που θεωρούνται ότι δεν διαθέτουν ταλέντο εντούτοις είναι ικανά για πολύ υψηλά επίπεδα απόδοσης όταν τους δίνονται επαρκείς ευκαιρίες εκπαίδευσης (υποενότητα 3.3)· και (6) η μη ύπαρξη διαφορών στον χρόνο εξάσκησης που απαιτείται για τους περισσότερο και λιγότερο επιτυχημένους νεαρούς μουσικούς προκειμένου να φθάσουν σε παρόμοια επίπεδα απόδοσης (υποενότητες 3.2 και 4.1). Το καταληκτικό αυτό συμπέρασμα ενισχύεται όταν ληφθούν υπόψη μερικοί από τους μετρήσιμους παράγοντες που είναι γνωστό ότι συνεισφέρουν στην ποικιλότητα στην απόδοση: ευκαιρίες, προπαρασκευαστικές εμπειρίες, ενθάρρυνση, υποστήριξη, κίνητρα, αυτοπεποίθηση, επιμονή, κατευθυνόμενη επικέντρωση σ’ ένα μοναδικό στόχο. Σε αυτές τις επιδράσεις θα πρέπει να προστεθούν και οι διαφορές στην ποιότητα της διδασκαλίας, την απόδοση της επιλεγόμενης  μεθόδου εξάσκησης, καθώς και ο βαθμός ενθουσιασμού.

5. Περίληψη και συμπεράσματα
Η παρούσα μελέτη ξεκίνησε με την περιγραφή της ευρέως διαδεδομένης πεποίθησης ότι για να φθάσει ένα άτομο σε υψηλά επίπεδα ικανοτήτων θα πρέπει να διαθέτει μια έμφυτη δυνατότητα ονομαζόμενη ταλέντο. Έχει εξαιρετική σημασία να αποδειχθεί αν είναι βάσιμη η ύπαρξη ταλέντου, διότι η άκριτη αποδοχή του έχει σημαντικές κοινωνικές και εκπαιδευτικές συνέπειες που επηρεάζουν τις αξιολογικές διαδικασίες και τις πολιτικές της εκπαίδευσης. Η πίστη στο ταλέντο μπορεί να λειτουργήσει επίσης ως εμπόδιο στην περαιτέρω διερεύνηση των αιτίων των λαμπρών επιδόσεων σε ορισμένους τομείς ικανοτήτων.

Για να διασφαλιστεί ότι ο όρος ταλέντο χρησιμοποιείται με τον ίδιο τρόπο από τους επιστήμονες ερευνητές, τους δασκάλους και άλλους σχετικούς επαγγελματίες, προτάθηκε ότι (1) το ταλέντο πηγάζει από γενετικά κληρονομούμενες δομές (επεξήγηση του γράφοντος: γονίδια), (2) υπάρχουν πρώιμοι δείκτες ταλέντου, (3) το ταλέντο αποτελεί βάση εκτίμησης της πιθανότητας επιτυχίας, (4) μόνο μια μειονότητα ατόμων διαθέτει ιδιαίτερα ταλέντα, και (5) τα αποτελέσματα του ταλέντου είναι σχετικά εξειδικευμένα.

Εξετάζοντας τα στοιχεία και τα επιχειρήματα υπέρ και κατά του ταλέντου, στην ενότητα 2 σχολιάστηκαν τα ευρήματα υπέρ της ύπαρξης του. Εξετάστηκαν τα στοιχεία που υποστηρίζουν ότι ορισμένα παιδάκια αριστεύουν χωρίς ιδιαίτερη ενθάρρυνση και ότι ορισμένα άλλα γεννιούνται με ιδιαίτερες δυνατότητες που διευκολύνουν την απόκτηση συγκεκριμένων ικανοτήτων. Εδώ, αποδείχθηκε ότι τα στοιχεία για πρώιμα επιτεύγματα μπορούν να εξηγηθούν επί τη βάσει άλλων γνωστών συντελεστών πρώιμης προόδου. Επίσης, δεν βρέθηκαν στοιχεία έμφυτων γνωρισμάτων που να λειτουργούν με τον εκ του ορισμού του ταλέντου συνεπαγόμενο προβλέψιμο και ειδικό τρόπο, εκτός από την περίπτωση των «σοφών» αυτιστικών παιδιών των οποίων οι εξαιρετικές δεξιότητες φαίνεται να πηγάζουν από μια ακούσια αλλά έμμονη εξειδίκευση των διανοητικών τους δραστηριοτήτων.

Στην ενότητα 3, διερευνήθηκαν τα στοιχεία που είναι αντίθετα με την ύπαρξη ταλέντων, και συζητήθηκε η απουσία πρώιμων δεικτών ιδιαίτερων ικανοτήτων. Όπου παρατηρείται πρόωρη ανάπτυξη, σε όλες τις περιπτώσεις αυτή εμφανίστηκε μετά από πλήθος ευκαιριών και ενθάρρυνσης. Επιπλέον, δεν υφίστανται επαρκή στοιχεία που να στηρίζουν τις διαφορές στην ευκολία μάθησης όταν συνεκτιμηθούν οι υφιστάμενες διαφορές στις γνώσεις, τις δεξιότητες, τα κίνητρα καθώς και άλλοι παράγοντες που ως γνωστόν επηρεάζουν την επίδοση. Τα υψηλά επίπεδα απόδοσης πάντα απαιτούν μακροχρόνια και εντατική εξάσκηση. Ακόμα και άτομα που δεν θεωρούνται ότι έχουν κάποιο ιδιαίτερο ταλέντο μπορούν με την εξάσκηση να φτάσουν σε επίπεδα επιτυχίας που είναι εφικτά μόνον από τα υποτιθέμενα χαρισματικά άτομα (υποενότητα 3.3). Υπάρχουν επίσης και εννοιολογικά επιχειρήματα που αντίκεινται στην άποψη ότι το ταλέντο είναι εξηγήσιμο (υποενότητα 3.4).

Στην ενότητα 4, εξετάστηκαν εναλλακτικές εξηγήσεις των πρώιμων επιτευγμάτων πέραν του ταλέντου. Διαπιστώθηκε ότι για να αριστεύσει κάποιος απαιτείται μακροχρόνια συστηματική εξάσκηση. Μελέτες επί των αποτελεσμάτων της μακροχρόνιας εξάσκησης και εκπαίδευσης δείχνουν ότι οι ατομικές διαφορές στις σχετιζόμενες με τη μάθηση εμπειρίες είναι η κύρια αιτία για τις υφιστάμενες διαφορές στα επιτεύγματα.

Τα στοιχεία που εξετάστηκαν σε αυτό το άρθρο δεν υποστηρίζουν την αντίληψη περί ταλέντου, ότι δηλαδή η λαμπρή επίδοση είναι συνέπεια έμφυτων δυνατοτήτων. Αυτό το συμπέρασμα έχει πρακτικές συνέπειες, διότι η κατηγοριοποίηση μερικών παιδιών ως έμφυτα ταλαντούχων είναι μεροληπτική. Τα στοιχεία δείχνουν ότι τέτοια κατηγοριοποίηση είναι άδικη και άχρηστη διότι εμποδίζει νεαρά άτομα να επιδιώξουν κάποιο στόχο λόγω της αβάσιμης πεποίθησης των δασκάλων και των γονέων τους ότι αυτά δεν θα επωφελούνταν από τις μεγάλες ευκαιρίες που δίνονται σε εκείνα που θεωρούνται ταλαντούχα.

Στο ερώτημα, «Αν δεν υπάρχουν ταλέντα, πώς μπορεί κανείς να εξηγήσει τα φαινόμενα που τους αποδίδονται;», οι συγγραφείς δεν ισχυρίζονται ότι έχουν μια πλήρη απάντηση. Εντούτοις, έχουν παραθέσει μια σειρά πιθανών επιρροών, καθώς και υποστηρικτικά στοιχεία για τα αποτελέσματά τους.

Τα έμφυτα ταλέντα είναι συναγόμενα και όχι άμεσα παρατηρήσιμα. Ένας λόγος υποθετικής ύπαρξης τους είναι για να εξηγήσει ατομικές διαφορές, αλλά αυτές μπορούν επαρκώς να αιτιολογηθούν ως οφειλόμενες σε διαφορές στις εμπειρίες όπως η εκπαίδευση και η εξάσκηση, καθώς και σε βιολογικές επιρροές που όμως δεν σχετίζονται με την ιδέα του ταλέντου.

Θα μπορούσαν κάποιοι να υποστηρίξουν ότι η ιδέα του ταλέντου δεν είναι εντελώς λανθασμένη αλλά απλώς υπερβολική και υπεραπλουστευμένη. Στην υποενότητα 1.1, από τα πέντε κριτήρια ορισμού των έμφυτων ταλέντων τα εξής δύο είναι σχετικά μη προβληματικά: (1) ατομικές διαφορές σε μερικές ιδιαίτερες ικανότητες μπορεί να έχουν μερική γενετική προέλευση, και (4) υπάρχουν μερικά γνωρίσματα που τα διαθέτει μόνο μια μειοψηφία ατόμων. Υπό αυτό το περιορισμένο πλαίσιο θα μπορούσε να θεωρηθεί ότι υπάρχουν ταλέντα. Θα μπορούσαν επίσης κάποιοι άλλοι να υποστηρίξουν ότι ιδέα του ταλέντου ισχύει ακόμα κι όταν δεν πληρούνται τα άλλα τρία κριτήρια. Αυτό θα ήταν αποδεκτό αν τα υπό συζήτηση θέματα ήταν μόνον ακαδημαϊκού ενδιαφέροντος. Τότε, το «ταλέντο» θα αποτελούσε τη βάση της μέχρι τώρα απροσδιόριστης επίδρασης της βιολογίας στις ιδιαίτερες ικανότητες. Όμως, από πρακτική σκοπιά τα άλλα τρία κριτήρια – (2) το ταλέντο να είναι πρώιμα αναγνωρίσιμο πριν την εμφάνιση της ιδιαίτερης ικανότητας, (3) βάσει αυτού να προβλέπεται η αρίστευση, και (5) να είναι εξειδικευμένο σε ένα τομέα – είναι καθοριστικά, επειδή είναι ακριβώς αυτές οι ιδιότητες που χρησιμοποιούνται για τη δικαιολόγηση της επιλεκτικής αξιολόγησης και των διακρίσεων.

Καταληκτικό σημείωμα του γράφοντος
Προς υποστήριξη των συμπερασμάτων του παρόντος άρθρου περί ανυπαρξίας ταλέντου παρατίθενται τα ακόλουθα παραδείγματα:

1) Ο κορυφαίος φυσικός του 20ου αιώνα Albert Einstein μέχρι τα 7 του χρόνια δυσκολευόταν να ομιλεί και να μετρά, με αποτέλεσμα η δασκάλα του να τον θεωρεί μειωμένης ευφυΐας. Εντούτοις, ως ενήλικας μπόρεσε να αναπτύξει εντυπωσιακές επιστημονικές θεωρίες που όμως ουδέποτε απέδωσε σε κάποιο έμφυτο ταλέντο του. Τουναντίον, διατεινόταν: «Είμαι σίγουρος για τον εαυτό μου ότι δεν διαθέτω ιδιαίτερα ταλέντα. Η περιέργεια, η εμμονή και η πεισματική υπομονή, συνδυασμένα με αυτοκριτική, με οδήγησαν στις ιδέες μου» [1].

2) Οι κρητικές μαντινάδες (ομοιοκαταληκτούντα δίστιχα/τετράστιχα) αποτελούν ως γνωστόν την βάση της Κρητικής μουσικής και ποίησης. Οι Κρητικοί δημιουργούν τις μαντινάδες για να εκφραστούν ως άτομα (στο δίστιχο ολοκληρώνεται η σκέψη του δημιουργού) ή ως μορφή διαλόγου (όπου λέει μια μαντινάδα ο πρώτος, απαντάει με μία άλλη μαντινάδα ο δεύτερος, συνεχίζει με άλλη ο πρώτος κ.ο.κ.). Αυτή η ευχέρεια παραγωγής μαντινάδων από απλούς ανθρώπους είναι παράδειγμα αντι-ταλεντικής μαζικής λαϊκής ποίησης.

3) Πολλές άλλες πηγές προσφέρουν πληθώρα παραδειγμάτων από φημισμένους ανθρώπους που διέπρεψαν παρότι υπήρξαν μέτριοι μαθητές ή είχαν προβλήματα στο σχολείο (είχαν αποβληθεί, τα «παράτησαν» και συνέχισαν μαθήματα στο σπίτι κ.λπ.) [2].

1. Raptis, I. (2006). Glafka–2004 ‘Iconoclasm’: The Soul and Spirit of the Meeting. International Journal of Theoretical Physics 45: 1383-1389.

2. ‘Ευφυέστατοι κουμπούρες’ (Ελευθεροτυπία, 19-09-2009), http://presentoutlook.com/famous-failures/, www.autodidactic.com/profiles/profiles.htm


[1]Σημείωση του γράφοντος: Ο Wolfgang Amadeus Mozart χρησιμοποιείται ως κλασικό παράδειγμα παιδιού με έμφυτο ταλέντο στη μουσική. Η βιβλιογραφία του, που στηρίζεται σε αναξιόπιστες ανεκδοτολογικές πηγές, τον παρουσιάζει να παίζει κλαβικύμβαλο σε ηλικία 4 ετών, να έχει τελειοποιηθεί στο βιολί μέχρι την ηλικία των 6 ετών κι επίσης να αυτοσχεδιάζει και να εκτελεί μουσικά κομμάτια απροετοίμαστος. Σε όλα αυτά είχε δάσκαλο τον πατέρα του (διάσημο βιολονίστα, συνθέτη και συγγραφέα), που του μάθαινε επίσης ξένες γλώσσες και μαθηματικά καθότι δεν του επέτρεπε να παρακολουθήσει σχολείο. Παράλληλα, τον περιέφερε στην Αυλή και τα σαλόνια της Βιέννης, επιδεικνύοντάς τον ως παιδί-θαύμα. Αυτό που δεν είναι ευρέως γνωστό είναι ότι ο μικρός Mozart πιέστηκε πολύ από τον πατέρα του να γίνει «παιδί-θαύμα» διότι τον κτυπούσε στα χέρια όταν έκανε λάθη στην εκτέλεση των μουσικών κομματιών, και γενικά τον τιμωρούσε αυστηρά. Γι’ αυτό τον λόγο, η σχέση του με τον πατέρα του και η προσωπική ζωή του υπήρξαν προβληματικές.