Σάββατο 25 Φεβρουαρίου 2017

Henry Giroux: Οι εκπαιδευτικοί ως διανοούμενοι της κοινωνικής αλλαγής






του Henry Giroux

μετάφραση: Κώστας Θεριανός

Δύο λόγια για το κείμενο του Henry Giroux...


Το κείμενο του Henry Giroux γράφτηκε το 1984 και δημοσιεύθηκε στο περιοδικό Social Education
Εκδόθηκε ξανά στο βιβλίο Teachers as Intellectuals. Toward a Critical Pedagogy of Learning (1988) με εισαγωγή του Paulo Freire και πρόλογο του Peter McLaren. Το κεντρικό ζήτημα που θίγει είναι πως οι άνωθεν επιβαλλόμενες εκπαιδευτικές μεταρρυθμίσεις περιορίζουν τον εκπαιδευτικό σε απλό διεκπεραιωτή εντολών και εφαρμοστή εγκυκλίων περιορίζοντας τον επαγγελματισμό του και τη δυνατότητα του να λειτουργήσει ως διανοούμενος στο σχολείο με σκοπό την κοινωνική αλλαγή. Είναι ένα κείμενο με πολλαπλή αξία καθώς αναλύει τις αλλαγές που έχουν επέλθει στην εργασία του εκπαιδευτικού, προσπαθώντας παράλληλα να δώσει μια εναλλακτική προοπτική.
Καταρχάς, η αξία του κειμένου έγκειται στην εννοιολογική αποσαφήνιση του όρου «προλεταριοποίηση» του εκπαιδευτικού. Ο Μαρξ ορίζει ως προλεταριάτο την κοινωνική τάξη που δεν κατέχει μέσα παραγωγής αλλά πουλά την εργατική της δύναμη για να ζήσει. Προλεταριοποίηση του εκπαιδευτικού σημαίνει ότι οι εκπαιδευτικοί χάνουν τον έλεγχο της εργασίας τους, δεν παράγουν αυτοί το αναλυτικό πρόγραμμα και μετατρέπονται σε απλούς εκτελεστές αναλυτικών προγραμμάτων και οδηγιών που φτιάχνουν διάφοροι ειδικοί έξω από τα σχολεία. Οι εκπαιδευτικές μεταρρυθμίσεις που κινήθηκαν στη διαμόρφωση του σχολείου της μετρήσιμης αποτελεσματικότητας, διαμορφώνοντας στο όνομα της κοινωνικής ισότητας κοινά και σταθμισμένα αντικειμενικά τεστ, κοινά αναλυτικά προγράμματα κ.λπ., περιόρισαν το επαγγελματικό εύρος του εκπαιδευτικού. Σε αυτό το σημείο, ίσως η προβληματική του Giroux να φανεί ξένη στο ελληνικό κοινό. Για αυτό πρέπει να αποσαφηνίσουμε ότι τόσο στις Η.Π.Α. όσο και στη Μεγάλη Βρετανία, το δημόσιο σχολείο οργανώθηκε στη βάση της σχετικής αυτονομίας των σχολείων, κάτι που δεν υπήρχε στην Ελλάδα, όπου από την αρχή της διαμόρφωσης του εκπαιδευτικού συστήματος τα αναλυτικά προγράμματα άνηκαν στη δικαιοδοσία του κράτους και ο εκπαιδευτικός απλώς τα δίδασκε, μέσω των βιβλίων που το κράτος τύπωνε και διένειμε. Δεν θα ήταν υπερβολή να πούμε ότι, με την έννοια που χρησιμοποιεί τον όρο ο Giroux, ο Έλληνας εκπαιδευτικός δεν «επαγγελματοποιήθηκε» ποτέ, καθώς εργάζονταν σε ένα συγκεντρωτικό εκπαιδευτικό σύστημα.
Η εργασία των εκπαιδευτικών στις Η.Π.Α. και την Αγγλία άρχισε να χάνει την αυτονομία της με τις πρώτες προσπάθειες του Tylor για την κατασκευή σταθμισμένων και στοχοθετημένων curricula, που κατασκευάζονταν έξω από το σχολείο. Είναι χαρακτηριστικό ότι η Μεγάλη Βρετανία απόκτησε Εθνικό Αναλυτικό Πρόγραμμα το 1988. Αυτή η διαδικασία περιγράφεται ως αποεπαγγελματοποίηση του εκπαιδευτικού, ο οποίος από διαμορφωτής του curriculum γίνεται απλός διεκπεραιωτής του.
 Το τοπίο που διαγράφουν οι μεταρρυθμίσεις που κινήθηκαν στη λογική της κατασκευής αντικειμενικών στόχων, τις οποίες υποστηρίζει φιλοσοφικά ο μπεχαβιορισμός, μοιάζει με τις συνθήκες που διαμόρφωσε στο Ενιαίο Λύκειο, η πρόσφατη εκπαιδευτική μεταρρύθμιση, όπου οι εκπαιδευτικοί των πανελλαδικώς εξεταζομένων μαθημάτων «κυνηγούν» το διδακτικό χρόνο και τα «θέματα των εξετάσεων», ενώ οι συνάδελφοι τους, που διδάσκουν τα υπόλοιπα ενδοσχολικώς εξεταζόμενα μαθήματα, περιμένουν υπομονετικά να τελειώσει η σχολική χρονιά, έχοντας εισπράξει την αδιαφορία των μαθητών για αυτό που προσπαθούν να διδάξουν και την απαξίωση της εργασίας τους και του ρόλου τους.
Επίσης, το κείμενο προτείνοντας ένα εναλλακτικό ρόλο για τον εκπαιδευτικό δίνει τη δυνατότητα αποσαφήνισης της άποψης των θεωρητικών της κριτικής παιδαγωγικής σχετικά με το ρόλο του σχολείου στην κοινωνική αλλαγή. Το σχολείο αποτελεί πεδίο, σύμφωνα με την έκφραση του Bourdieu, τόπο διαπάλης ή χώρους στους οποίους μπορεί να αναπτυχθεί διαπάλη και αντίσταση, όπως γράφει και ο Apple. Αν θεωρήσουμε ότι στο σχολείο δεν μπορεί να γίνει τίποτα και ο εκπαιδευτικός είναι μόνο «ιεροφάντης της κυρίαρχης ιδεολογίας» (Althusser), ότι πρέπει πρώτα να αλλάξουμε την κοινωνία και μετά να αλλάξουμε το σχολείο, τότε δεν μπορούμε να αλλάξουμε ούτε το σχολείο ούτε την κοινωνία. Στην ουσία, όπως λεει και η γνωστή αγγλική παροιμία, «πετάμε το μωρό μαζί με τα απόνερα», καθώς αρνούμαστε στον εκπαιδευτικό οποιοδήποτε ενεργό ρόλο μέσα στο σχολείο.
Άλλωστε, οι πρόσφατες δραστηριότητες πολλών εκπαιδευτικών όλων των βαθμίδων ενάντια στον πόλεμο των Η.Π.Α. κατά του Ιράκ, όπου χιλιάδες μαθητές επιδόθηκαν σε εργασίες, εκθέσεις φωτογραφίας, δημιουργικές δραστηριότητες κατά του πολέμου, δείχνουν ποια πρέπει να είναι η στάση του εκπαιδευτικού ως διανοούμενου της αλλαγής, όπως τον οριοθετεί ο Giroux. Για τον εκπαιδευτικό δεν αρκεί να ακολουθεί την α΄ ή την β΄ διδακτική πρακτική, αλλά μέσα από τη διδασκαλία του να ξεδιπλώνει τις αντιφάσεις του κόσμου στον οποίο ζουν οι μαθητές, δημιουργώντας έτσι τις προϋποθέσεις ώστε αυτοί να γίνουν κριτικά σκεπτόμενοι πολίτες.   
Το κείμενο του Giroux παραμένει, είκοσι χρόνια σχεδόν μετά τη συγγραφή του. 

Κώστας Θεριανός



Οι εκπαιδευτικοί ως διανοούμενοι της κοινωνικής αλλαγής

του Henry Giroux


Όπως και οι προηγούμενες εκπαιδευτικές μεταρρυθμίσεις, με διαφορετικό τρόπο και σε διαφορετικό βαθμό, έτσι και η τωρινή αποτελεί απειλή και πρόκληση για τα δημόσια σχολεία. Η απειλή προέρχεται από το γεγονός ότι η μεταρρύθμιση εμφανίζεται να μην έχει εμπιστοσύνη στους εκπαιδευτικούς ότι μπορούν να λειτουργήσουν ως διανοούμενοι και παιδαγωγοί της νεολαίας. Πολλές από τις συστάσεις που εμφανίζονται στο δημόσιο διάλογο της εκπαίδευσης είτε αγνοούν το ρόλο που παίζουν οι εκπαιδευτικοί στην προετοιμασία των μαθητών να είναι ενεργοί και σκεπτόμενοι πολίτες, είτε προτείνουν μεταρρυθμίσεις που αγνοούν πλήρως την εμπειρία των εκπαιδευτικών και το τι θα μπορούσαν να προσφέρουν στο διάλογο. Οι εκπαιδευτικοί δεν είναι το υποκείμενο και ο φορέας της μεταρρύθμισης αλλά το αντικείμενο της. Η μεταρρύθμιση μειώνει το επαγγελματικό κύρος των εκπαιδευτικών μετατρέποντας τους σε εφαρμοστές αντικειμενικών εκπαιδευτικών στόχων, οι οποίοι έχουν αποφασισθεί από ειδικούς που βρίσκονται μακριά από τις αίθουσες διδασκαλίας. Το αποτέλεσμα είναι η φωνή των εκπαιδευτικών να μην υπολογίζεται όταν κάνουν κριτική στη μεταρρύθμιση.
Το πολιτικό και ιδεολογικό κλίμα δεν είναι ευνοϊκό για τους εκπαιδευτικούς. Προσφέρει, όμως, μια ευκαιρία να συμμετάσχουν στο διάλογο διατυπώνοντας την κριτική τους και να εκφράσουν την άποψη τους για τον τρόπο της επιμόρφωσης τους, τις συνθήκες εργασίας τους και τις κυρίαρχες μορφές που επικρατούν στη διδασκαλία. Τέτοιου είδους συζητήσεις δίνουν στους εκπαιδευτικούς την ευκαιρία να οργανωθούν και να βελτιώσουν τις συνθήκες εργασίας τους, δείχνοντας δημόσια ποιος είναι ο κεντρικός ρόλος που πρέπει να έχει ο εκπαιδευτικός σε οποιαδήποτε εκπαιδευτική μεταρρύθμιση που θέλει να είναι ουσιαστική και βιώσιμη.
 Για να εμπλακούν οι εκπαιδευτικοί και γενικότερα οι ενδιαφερόμενοι σε ζητήματα εκπαίδευσης σε ένα τέτοιο διάλογο είναι αναγκαία μια θεωρητική προοπτική που θα ορίζει τη φύση της εκπαιδευτικής κρίσης και, ταυτόχρονα, θα προβάλλει τη βάση για μια εναλλακτική αντιμετώπιση της επιμόρφωσης και της εργασίας των εκπαιδευτικών. Εν συντομία, αναγνωρίζοντας ότι η κρίση στην εκπαίδευση έχει να κάνει, σε μεγάλο βαθμό, με την αποδυνάμωση του επαγγελματισμού των εκπαιδευτικών, είναι αναγκαία η διαμόρφωση μιας θεωρητικής βάσης, στην οποία οι εκπαιδευτικοί θα οργανωθούν αποτελεσματικά και θα αρθρώσουν τη δική τους συλλογική φωνή. Αυτή η θεωρητική βάση δε θα δομηθεί μόνο στο ζήτημα των συνθηκών εργασίας των εκπαιδευτικών, αλλά θα προσπαθεί να αλλάξει και τη δημόσια αντίληψη για τους εκπαιδευτικούς, προβάλλοντας το ρόλο τους ως στοχαζόμενους επαγγελματίες.     
Προσπαθώντας να συμβάλλω θεωρητικά στο δημόσιο διάλογο για την εκπαίδευση θα εξετάσω δύο κύρια ζητήματα που σχετίζονται με την ποιότητα της εργασίας του εκπαιδευτικού. Το πρώτο είναι η εξέταση των ιδεολογικών και πραγματικών δυνάμεων που διαμορφώνουν την «προλεταριοποίηση» του εκπαιδευτικού, τον περιορισμό, δηλαδή, του εκπαιδευτικού σε απλό εφαρμοστή και διεκπεραιωτή εντολών που προέρχονται από ειδικούς και γραφειοκράτες έξω από το χώρο του σχολείου και το δεύτερο είναι η ανάγκη να προβληθεί το σχολείο ως ένας θεσμός, όπου οι εκπαιδευτικοί εργαζόμενοι ως διανοούμενοι της αλλαγής θα μπορούν να διαπαιδαγωγήσουν σκεπτόμενους και ενεργούς πολίτες. Θα εξετάσω διεξοδικά αυτά τα δύο ζητήματα προκειμένου να καταλήξω στη διατύπωση μιας εναλλακτικής προοπτικής της εργασίας του εκπαιδευτικού.      

Η απαξίωση και η αποεπαγγελματοποίηση της εργασίας του εκπαιδευτικού     

Μια από τις κυριότερες απειλές που αντιμετωπίζει το επάγγελμα του εκπαιδευτικού είναι η αυξανόμενη επιρροή της εργαλειακής ιδεολογίας, που δίνει έμφαση στην τεχνοκρατική προσέγγιση της προετοιμασίας του εκπαιδευτικού και της εργασίας του στην τάξη. Στον πυρήνα της εργαλειακής και πραγματιστικής προσέγγισης της σχολικής ζωής υπάρχουν μια σειρά από σημαντικές παιδαγωγικές παραμέτρους, όπως: το κάλεσμα για το διαχωρισμό της αντίληψης από την εκτέλεση, η τυποποίηση της σχολικής γνώσης με σταθμισμένα τεστ ώστε να ελεγχθεί, η απαξίωση της κριτικής δυνατότητας και της διανοητικής εργασίας των μαθητών και των εκπαιδευτικών προς όφελος της πρακτικής εφαρμογής του αναλυτικού προγράμματος.
Αυτός ο τύπος της εργαλειακής λογικής βρίσκει, ιστορικά, την έκφραση του στα προγράμματα κατάρτισης εκπαιδευτικών. Έχει αναλυθεί το πόσο πολύ τα προγράμματα κατάρτισης των εκπαιδευτικών στις Η.Π.Α. έχουν επηρεασθεί από τη λογική του μπεχαβιορισμού. Αξίζει να επαναλάβουμε τα όσα γράφει ο Zeichner:

Αυτός ο προσανατολισμός είναι μια μεταφορά της λογικής της εργοστασιακής «παραγωγής» στην εκπαίδευση των εκπαιδευτικών. Η διδασκαλία αντιμετωπίζεται σαν «εφαρμοσμένη επιστήμη», όπου ο εκπαιδευτικός είναι ο εφαρμοστής των νόμων και των αρχών της ώστε να επιτύχει την αποτελεσματική διδασκαλία (effective teaching). Οι μελλοντικοί εκπαιδευτικοί εκπαιδευόμενοι με αυτή τη λογική, σε επιμορφωτικά προγράμματα που τους μαθαίνουν πως να εφαρμόζουν με αποτελεσματικό τρόπο προγράμματα που διαμορφώνονται από άλλους, γίνονται επαγγελματίες με περιορισμένο εύρος δυνατοτήτων. Στα επιμορφωτικά προγράμματα, ο μελλοντικός εκπαιδευτικός αντιμετωπίζεται ως εκτελεστής οδηγιών και όχι ως επαγγελματίας ικανός να διαμορφώσει αναλυτικά προγράμματα.         

Το πρόβλημα με αυτή την προσέγγιση, όπως έχει δείξει και ο John Dewey, είναι ότι τα επιμορφωτικά προγράμματα που δίνουν έμφαση μόνο στην κατάρτιση του εκπαιδευτικού σε τεχνικά ζητήματα δεν εξυπηρετούν τελικά ούτε τους εκπαιδευτικούς ούτε τους μαθητές. Οι μελλοντικοί εκπαιδευτικοί δε διδάσκονται τη μεθοδολογία του να σκεφθούν κριτικά σε ζητήματα της σχολικής οργάνωσης και της ζωής των σχολείων. Διδάσκονται στο πως να αντιμετωπίσουν το σχολείο και τη διδασκαλία μέσα από τη λογική της αποτελεσματικότητας και του μάνατζμεντ.
Αντί οι εκπαιδευτικοί να μαθαίνουν πως θα θέτουν κριτικά ερωτήματα για τις αρχές που διέπουν διαφορετικές μεθόδους διδασκαλίας, ερευνητικές μεθόδους και θεωρίες της εκπαίδευσης, μαθαίνουν το «πως να», το «τι δουλεύει» καλύτερα, πως θα «διδάξουν» στους μαθητές τους πιο αποτελεσματικά ένα δοσμένο σώμα γνώσεων.
Για παράδειγμα, το σεμινάρια διδακτικών εφαρμογών καταλήγουν να είναι συζητήσεις των εκπαιδευόμενων εκπαιδευτικών για το πως μπορεί να κρατηθεί η πειθαρχία σε μια τάξη και πως μπορεί να οργανωθεί καλύτερα ο διδακτικός χρόνος. Εξετάζοντας ένα τέτοιο πρόγραμμα, ο Jesse Goodman θέτει ορισμένα ενδιαφέροντα ερωτήματα:    

Δεν υπάρχει κριτικός στοχασμός πάνω στα αισθήματα, τις υποθέσεις, τους ορισμούς της συζήτησης. Για παράδειγμα, η ανάγκη εξωτερικών αμοιβών και τιμωριών που «κάνουν τα παιδιά να μαθαίνουν» λαμβάνεται ως δεδομένο. Οι εκπαιδευτικές και κοινωνικές συνέπειες δεν εξετάζονται. Δεν υπάρχει ενδιαφέρον στο πως να κεντριστεί το ενδιαφέρον του παιδιού να μάθει. Ο ορισμός των «καλών παιδιών» είναι τα «ήσυχα παιδιά», η δουλειά με τα βιβλία περιορίζεται στο να διαβασθούν, η διδασκαλία ορίζεται από μόνη της ως μάθηση και ο μόνος σκοπός είναι να «βγει» η διδασκαλία στον προσδιορισμένο από τα πριν χρόνο, χωρίς να γίνεται κριτική στους στόχους της. Αισθήματα πίεσης και ενοχής στο αν κρατήθηκε ο χρόνος, όπως ορίζεται από το ωρολόγιο πρόγραμμα, μένουν δίχως να εξετασθούν.    

Η τεχνοκρατική και εργαλειακή λογική είναι, με τον ίδιο τρόπο, παρούσες και στην εργασία του εκπαιδευτικού, περιορίζοντας δραστικά την επαγγελματική του αυτονομία στο να σχεδιάσει και να αναπτύξει αναλυτικά προγράμματα και να τα διδάξει στην τάξη. Είναι, επίσης, παρούσες στα διδακτικά πακέτα που δίνονται έτοιμα για να τα διδάξει ο εκπαιδευτικός. Η λογική που διέπει αυτά τα πακέτα είναι να νομιμοποιήσουν αυτό έχω αποκαλέσει παιδαγωγική του μάνατζμεντ. Σε αυτά τα πακέτα η γνώση σπάει σε κομμάτια για να είναι πιο εύκολα στη διαχείριση και την κατανάλωση και εξετάζεται μέσω σταθμισμένων τεστ. Έτσι, όλο το ζήτημα της παιδαγωγικής μετατρέπεται σε ζήτημα διαχείρισης πόρων και χρόνου ώστε να παραχθεί το καλύτερο δυνατόν αποτέλεσμα στο μικρότερο διδακτικό χρόνο, με τη χρήση λιγότερων πόρων. Αυτό που στην πραγματικότητα προσπαθεί να ελέγξει αυτού του είδους η παιδαγωγική είναι η συμπεριφορά των καθηγητών και των μαθητών, στα διάφορα σχολεία.    
Αυτό που είναι καθαρό σε αυτή την προσέγγιση είναι η οργάνωση της σχολικής ζωής (αναλυτικό πρόγραμμα, διδασκαλία, αξιολόγηση) από ειδικούς που σκέπτονται, ενώ οι εκπαιδευτικοί περιορίζονται στο ρόλο του απλού εκτελεστή αυτών που έχουν σκεφθεί οι ειδικοί. Το αποτέλεσμα είναι όχι μόνο να χάνουν οι εκπαιδευτικοί τις ικανότητες τους και να αποεπαγγελματοποιούνται, αλλά όλη η διαδικασία της μάθησης και της σχολικής ζωής να γίνονται ρουτίνα. Είναι περιττό να τονίσουμε ότι η λογική που διέπει την παιδαγωγική του μάνατζμεντ στηρίζεται στην παραδοχή ότι τα παραγόμενα διδακτικά πακέτα είναι κατάλληλα για όλες τις κοινωνικές συνθήκες και μπορούν να εφαρμοσθούν σε κάθε πλαίσιο. Ειδικότερα, ο περιορισμός των επιλογών του προγράμματος στα βασικά (τα τρία –R) και η εισαγωγή μιας διδακτικής στηριγμένης στη βήμα με βήμα διαχείριση του σχολικού χρόνου υπονοεί ότι όλοι οι μαθητές μαθαίνουν τα ίδια πράγματα, ακολουθούν τις ίδιες τεχνικές διδασκαλίας, μελετούν το ίδιο βιβλίο και αξιολογούνται με τον ίδιο τρόπο. Το γεγονός ότι οι μαθητές δεν είναι ίδιοι, αλλά προέρχονται από διαφορετικά κοινωνικά στρώματα και έχουν διαφορετικές κουλτούρες, εμπειρίες, γλώσσα, αγνοείται από την παιδαγωγική του μάνατζμεντ.  


Οι εκπαιδευτικοί ως διανοούμενοι της αλλαγής

Θεωρώ ότι ένας τρόπος να ξανασκεφθούμε και να αναδιαμορφώσουμε την εργασία του εκπαιδευτικού είναι να αντιμετωπίσουμε τους εκπαιδευτικούς ως διανοούμενους της αλλαγής. Η κατηγορία των διανοουμένων είναι βοηθητική για πολλούς λόγους. Πρώτον, προβάλλει μια θεωρητική βάση για να εξετάσουμε την εργασία του εκπαιδευτικού ως μια μορφή διανοητικής εργασίας, σε αντίθεση με τη περιορισμένη εικόνα που έχει για αυτή η τεχνοκρατική προσέγγιση: ένας άνθρωπος που εκτελεί και εφαρμόζει εντολές. Δεύτερον, ξεκαθαρίζει ποιες είναι οι πρακτικές και ιδεολογικές προϋποθέσεις για να λειτουργήσουν οι εκπαιδευτικοί ως διανοούμενοι. Τρίτον, βοηθά να γίνει σαφής ο ρόλος που παίζουν οι εκπαιδευτικοί στην παραγωγή και νομιμοποίηση διαφόρων κοινωνικών, οικονομικών και πολιτικών συμφερόντων μέσω της παιδαγωγικής που εφαρμόζουν.
Αντιμετωπίζοντας τους εκπαιδευτικούς ως διανοούμενους, μπορούμε να διαφωτίσουμε την ενδιαφέρουσα άποψη ότι κάθε ανθρώπινη δραστηριότητα εμπεριέχει σκέψη. Καμία ανθρώπινη δραστηριότητα, ακόμη και η πιο τυποποιημένη, δεν μπορεί να χωρισθεί από τη λειτουργία της νόησης. Αυτό είναι ένα κρίσιμο ζήτημα, διότι επιχειρηματολογώντας ότι η νόηση χρησιμοποιείται σε κάθε ανθρώπινη δραστηριότητα, μπορούμε να κατανοήσουμε ότι οι εκπαιδευτικοί είναι στοχαζόμενοι επαγγελματίες. Στα πλαίσια αυτής της προσέγγισης, οι εκπαιδευτικοί δεν μπορεί να αντιμετωπισθούν ως «επαγγελματίες επιφορτισμένοι με την επιτυχία κάποιων στόχων, που έχουν θέσει άλλοι για αυτούς. Πρέπει να αντιμετωπισθούν ως ελεύθεροι άνθρωποι που τους έχει ανατεθεί η διαπαιδαγώγηση των νέων, ώστε να γίνουν κριτικά σκεπτόμενα άτομα».
Η θεώρηση των εκπαιδευτικών ως διανοούμενων παρέχει, επίσης, μια γερή θεωρητική κριτική της τεχνοκρατικής και εργαλειακής ιδεολογίας, η οποία υποστηρίζει την εκπαιδευτική θεωρία που διαχωρίζει την αντίληψη και το σχεδιασμό των αναλυτικών προγραμμάτων από τη διδασκαλία τους. Είναι σημαντικό οι εκπαιδευτικοί να θέσουν κριτικά ερωτήματα στο τι διδάσκουν, πως το διδάσκουν και ποιοι είναι οι ευρύτεροι στόχοι που προσπαθούν να επιτύχουν μέσα από τη διδασκαλία. Αυτό σημαίνει ότι οι εκπαιδευτικοί θα αποκτήσουν υπεύθυνο ρόλο χαράζοντας την πορεία και τις συνθήκες της εργασίας τους. Ένα τέτοιο εγχείρημα είναι αδύνατο σε συνθήκες καταμερισμού της εργασίας, όπου οι εκπαιδευτικοί έχουν μικρή επίδραση πάνω στις ιδεολογικές και οικονομικές συνθήκες της εργασίας τους. Αυτό το σημείο είναι καθοριστικό για την εργασία του εκπαιδευτικού και έχει σημαντικές πολιτικές διαστάσεις. Αν πιστεύουμε ότι ο ρόλος του εκπαιδευτικού δεν περιορίζεται στην απλή εφαρμογή πρακτικών δεξιοτήτων, αλλά επεκτείνεται στη συμπεριφορά του ως διανοουμένου της εκπαίδευσης προκειμένου να αναπτυχθεί μια ελεύθερη κοινωνία, τότε η αναλυτική κατηγορία των «διανοουμένων» γίνεται ένας συνδετικός κρίκος του σκοπού που υπηρετεί η εκπαίδευση των εκπαιδευτικών, του δημόσιου σχολείου και των αρχών που πρέπει να διέπουν την εκπαίδευση σε μια δημοκρατική κοινωνία.         
Έχω υποστηρίξει ότι αντιμετωπίζοντας τους εκπαιδευτικούς ως διανοούμενους μπορούμε να ξανασκεφθούμε και να μετασχηματίσουμε την παράδοση και τις συνθήκες που εμποδίζουν τους εκπαιδευτικούς να δράσουν ως στοχαστές και επαγγελματίες της εκπαίδευσης. Πιστεύω ότι είναι σημαντικό όχι μόνο να δούμε τους εκπαιδευτικούς ως διανοούμενους αλλά και να αναδείξουμε τους πολιτικούς όρους κάτω από τους οποίους εργάζονται οι εκπαιδευτικοί. Με αυτό τον τρόπο, μπορούμε να γίνουμε πιο συγκεκριμένοι για τις διαφορετικές σχέσεις που έχουν οι εκπαιδευτικοί με την εργασία τους και την κοινωνία.
Μια αφετηρία για να γίνουν οι εκπαιδευτικοί διανοούμενοι είναι να δουν τα σχολεία ως οικονομικούς, πολιτιστικούς και κοινωνικούς χώρους που συνδέονται άρρηκτα με ζητήματα δύναμης και ελέγχου. Αυτό σημαίνει ότι τα σχολεία είναι κάτι περισσότερο από χώρους που διδάσκονται αντικειμενικές γνώσεις. Αντίθετα, τα σχολεία είναι χώροι που αναπαράγουν μορφές γνώσης, γλωσσικές πρακτικές, κοινωνικές σχέσεις και αξίες που επιλέγονται και αποκλείουν άλλες από την ευρύτερη κοινωνική ζωή. Ως τέτοια, τα σχολεία εισάγουν και νομιμοποιούν συγκεκριμένες μορφές κοινωνικής ζωής. Τα σχολεία δεν είναι ουδέτεροι θεσμοί, αλλά σφαίρες που ενσωματώνουν και εκφράζουν την πάλη για το ποιες μορφές εξουσίας, τύποι γνώσης, ηθικοί κανόνες και εκδοχές του παρελθόντος, του παρόντος ή του μέλλοντος θα μεταδοθούν και θα νομιμοποιηθούν στους μαθητές. Η πάλη είναι πιο ορατή, για παράδειγμα, όταν οι δεξιές θρησκευτικές οργανώσεις προσπαθούν να επιβάλλουν την προσευχή στα σχολεία, να εξαφανίσουν κάποια βιβλία από τις σχολικές βιβλιοθήκες, να επιβάλλουν κάποιους συγκεκριμένους τρόπους διδασκαλίας της θρησκείας και της επιστήμης στα αναλυτικά προγράμματα. Φυσικά, διαφορετικές απαιτήσεις στα ίδια ζητήματα έχουν οι φεμινιστικές ομάδες, οι οικολόγοι, οι μειονότητες, και άλλες ομάδες που πιστεύουν ότι το σχολείο θα έπρεπε να διδάσκει γυναικείες σπουδές (women studies), οικολογία και την ιστορία της μαύρης φυλής. Εν συντομία, τα σχολεία δεν είναι ουδέτεροι χώροι και οι εκπαιδευτικοί δεν μπορούν να διεκδικούν την ουδετερότητα τους σε αυτά.
Με την ευρύτερη έννοια, οι εκπαιδευτικοί ως διανοούμενοι πρέπει να δουν με όρους ιδεολογικών και πολιτικών συμφερόντων τη δομή και τη φύση των κοινωνικών σχέσεων μέσα στη σχολική αίθουσα και τις αξίες που νομιμοποιούνται μέσα από τη διδασκαλία τους. Με αυτή την προοπτική, υποστηρίζω ότι οι εκπαιδευτικοί θα γίνονταν διανοούμενοι της κοινωνικής αλλαγής αν προσπαθούσαν να εκπαιδεύσουν τους μαθητές τους ώστε να γίνουν κριτικοί πολίτες.
Κεντρικό ζήτημα στο να λειτουργήσουν οι εκπαιδευτικοί ως διανοούμενοι είναι να κάνουν το παιδαγωγικό πιο πολιτικό και το πολιτικό πιο παιδαγωγικό. Κάνοντας το πολιτικό πιο παιδαγωγικό σημαίνει να εισαχθεί το σχολείο στην πολιτική σφαίρα, αναγνωρίζοντας ότι τα σχολεία είναι χώρος διαπάλης, τόσο στο να προσδιορισθεί το αντικείμενο τους όσο και στον καθορισμό των σχέσεων εξουσίας μέσα σε αυτά. Σε αυτή την προοπτική, ο κριτικός στοχασμός και η δράση είναι μέρος μιας ευρύτερης κοινωνικής διαδικασίας προκειμένου να ξεπερασθούν οι οικονομικές, κοινωνικές και πολιτικές ανισότητες. Συμβάλλει στην κατανόηση του περιεχομένου και των αιτιών αυτών των ανισοτήτων, η οποία είναι αναγκαία για την πάλη ενάντια τους.  
Κάνοντας το πολιτικό πιο παιδαγωγικό σημαίνει να χρησιμοποιήσουμε μορφές παιδαγωγικής που ενσωματώνουν πολιτικά συμφέροντα, που θα κάνουν τους μαθητές να σκεφθούν κριτικά, να προβληματισθούν πάνω στη γνώση, να συζητήσουν και να αγωνισθούν για ένα καλύτερο κόσμο. Οι εκπαιδευτικοί ως διανοούμενοι της αλλαγής πρέπει να δώσουν στους μαθητές τους ένα ενεργό ρόλο στη μάθηση που θα τους επιτρέψει να αρθρώσουν τη δική τους φωνή. Σημαίνει, επίσης, να αναπτυχθεί μια κριτική γλώσσα που θα επικεντρώνεται στα προβλήματα της καθημερινότητας και ιδιαίτερα σε αυτά που συνδέονται με τις παιδαγωγικές και μαθησιακές εμπειρίες μέσα στη σχολική αίθουσα. Σημείο αναφοράς για τους εκπαιδευτικούς δεν πρέπει να είναι ο απομονωμένος μαθητής αλλά οι μαθητές ως ομάδα με διαφορετικό φύλο και διαφορετικές κουλτούρες, κοινωνική προέλευση, ενδιαφέροντα, ελπίδες.               
Οι διανοούμενοι της αλλαγής είναι ανάγκη να αναπτύξουν ένα διάλογο που θα ενοποιεί τη γλώσσα της κριτικής με τη γλώσσα των δυνατοτήτων, έτσι ώστε να γίνεται σαφές τι πρέπει να αλλάξει. Για αν γίνει αυτό, πρέπει οι εκπαιδευτικοί να αρχίσουν να μιλούν κατά της οικονομικής, κοινωνικής και πολιτικής αδικίας μέσα και έξω από το σχολείο. Ταυτόχρονα, πρέπει να εργασθούν ώστε να δώσουν στους μαθητές τους τη δυνατότητα να γίνουν πολίτες με γνώση και κουράγιο ώστε να αγωνισθούν πολιτικά. Αυτή η προοπτική φαίνεται δύσκολη, αξίζει όμως να αγωνισθεί κάποιος για αυτή. Αν κάνουμε διαφορετικά, αρνούμαστε στους εκπαιδευτικούς την ευκαιρία να παίξουν ένα τέτοιο ρόλο.   


*Έχει δημοσιευθεί στο περιοδικό Ρωγμές εν τάξει, τεύχος 15.


  

Δημοσιεύτηκε 12th February 2013 από τον χρήστη ΚΩΣΤΑΣ ΘΕΡΙΑΝΟΣ

Αιγαίο, Οικόπεδο Ή Το μοιρολόι του φρουρού στο Νότιο Σύνορο.


Αιγαίο, Οικόπεδο.

  Ή
Το μοιρολόι του φρουρού στο Νότιο Σύνορο.

Απ το πλοίο βλέπω έξω.
Τα σύννεφα και τον ορίζοντα
Μολυβένια κύματα λαμπρά
Ψιθυρίζουν συνωμοτούν χαζογελάνε…
Τρέχουν και χοροπηδάνε σαν τα παιδιά του Δημοτικού στο διάλειμμα.
Θάθελα νάταν δικά μου
Τουλάχιστον μερικά, μερικά στρέμματα από δαύτα.
Και λίγα τετραγωνικά όμως θαρρώ ότι θα μου φτάναν.
Αλλά πώς να βάλεις συρματόπλεγμα στους αφρούς και στέγαστρα στο σύννεφο.
Τι είναι δικό μου, ποιο κομμάτι;
Πίνω μια γουλιά καφέ.
Η αρμύρα δεν φυλακίζεται δεν αραδιάζεται στο χαρτί σε γραμμές και σε κουτάκια,
στο βρεγμένο χαρτί μόνο μια περίληψή της απομένει.
Με πιάνει τρόμος όταν σκέφτομαι ότι δεν μπορώ να είμαι ούτε μια μουντζούρα
μέσα στην πελώρια τοιχογραφία όπου ζώ και υπάρχω.
Είμαι κάτι για αυτήν όσο αυτή για μένα;
Η εικόνα της δεν μου ανήκει, ούτε ο αέρας, ούτε καν η ακρούλα από το γκρίζο σύννεφο,
εκείνη η πορτοκαλιά γωνίτσα του που κρέμεται λίγο πιο πάνω από τον θαμπό ορίζοντα…….
Μόνο να της ανήκω μπορώ…
 Εκεί ακριβώς που το χάραμα ένας γέρος Τούρκος, υπεραιωνόβιος πια, ανταλλάξιμο
σχολιαρούδι από το Σελανίκ, ξεψύχησε ψιθυρίζοντας όνομα του Γκιόρκη απ το Κασκάρκ…..
                                              
                         Γραμμένο την αυγη 25 Φεβρουαρίου στο πλοίο της γραμμής Συρος- Ρόδος

Παρασκευή 24 Φεβρουαρίου 2017

Πλαστα τα 2 έργα του Παρθένη που δημοπρατήθηκαν στους Sotheby s ; Αναδημοσίευση: ergazomenoiependyti on 04/02/2012

της Μαρίας Τσιλιμιδού
Είναι από τις λίγες φορές που μία υπόθεση αμφισβήτησης της γνησιότητας έργων τέχνης όχι μόνο έρχεται στο φως της δημοσιότητας, αλλά καταλήγει στις δικαστικές αίθουσες.
Συνήθως τα θύματα, σοβαροί και επιτυχημένοι επιχειρηματίες, δεν θέλουν να γίνει γνωστό ότι εξαπατήθηκαν από κάποιον έμπορο που τους πούλησε… φύκια για μεταξωτές κορδέλες.
Αρκούνται σ’ έναν εν κρυπτώ συμβιβασμό, παίρνοντας τα χρήματά τους πίσω και επιστρέφοντας τα έργα στους πωλητές τους, χωρίς να προσφεύγουν στη Δικαιοσύνη επιζητώντας την ποινική δίωξή τους.
Τα έξοδα και η πολυετής δικαστική διαμάχη που μπορεί να φθάσει τα 10 ή 15 χρόνια είναι επίσης σοβαροί αποτρεπτικοί παράγοντες.

Ε όχι κι απ’ τους Sothebys!
Όταν όμως θεωρούν πως εξαπατώνται από έναν διεθνούς φήμης, έγκριτο και ευυπόληπτο οίκο δημοπρασιών, όπως είναι οι Sotheby’s, τότε δεν διστάζουν να το τραβήξουν στα άκρα προκειμένου να δικαιωθούν.
Όπως και να το κάνουμε, η ηθική βλάβη που έχει υποστεί το γόητρό τους μετριάζεται από το κύρος και την πολύχρονη παρουσία ενός οίκου στο χώρο της δευτερογενούς αγοράς τέχνης. Είναι μάλιστα η πρώτη φορά που το δικαστήριο υποχρεώνει τη διευθύντρια των Συλλογών της Εθνικής Πινακοθήκης να εκδώσει πραγματογνωμοσύνη επί της πλαστότητας ή μη των επίδικων έργων, ενεργοποιώντας σχετικό νόμο του 2002, διότι πάγια πολιτική του μουσείου είναι να μην εμπλέκεται σε τέτοιες υποθέσεις.

Ας ξετυλίξουμε το νήμα
Ας πάρουμε, όμως, τα πράγματα από την αρχή…
Τον Νοέμβριο του 2006 ο εφοπλιστής Διαμαντής Διαμαντίδης αγόρασε από τους Sotheby’s το έργο του Κωνσταντίνου Παρθένη «Νεκρή φύση μπροστά από την Ακρόπολη» για 674.517 ευρώ και έναν χρόνο αργότερα τον πίνακα «Παναγία και Βρέφος» του ίδιου καλλιτέχνη για 950.875 ευρώ.
Το τελευταίο, μάλιστα, κοσμούσε και το εξώφυλλο του καταλόγου του συγκεκριμένου Greek Sale, ενώ παρουσιάζονταν ως έργα υψίστης σημασίας, χαρακτηριστικά της εικαστικής γραφής του ζωγράφου.
Έκπληκτος, λίγο καιρό αργότερα, ενώ επιδείκνυε με υπερηφάνεια κι ενθουσιασμό τα καινούργια του αποκτήματα σε κοινωνική συνάθροιση στο σπίτι του, πληροφορήθηκε από ανθρώπους του χώρου ότι πρόκειται για έργα πλαστά. Απευθύνθηκε σε ιστορικούς τέχνης -μεταξύ των οποίων και στην Θάλεια Οικονόμου- και εμπειρογνώμονες, τα πορίσματα των οποίων επιβεβαίωσαν τους φόβους του.
Στη συνέχεια ο επιχειρηματίας και συλλέκτης κατέθεσε αγωγή εναντίον των Sotheby’s και των εκπροσώπων του οίκου, Κωνσταντίνου Φράγκου και Alexander Russell, διεκδικώντας το σύνολο των χρημάτων που έδωσε και για τα δύο έργα συν μισό εκατομμύριο ευρώ για ηθική βλάβη.
Η συνολική αποζημίωση που αξιώνει αγγίζει τα 2.160.000 ευρώ. Και επειδή οι δικαστές δεν έχουν και μεγάλη εμπειρία σε ανάλογες υποθέσεις, διέταξαν τη διενέργεια πραγματογνωμοσύνης, ώστε ν’ αποφανθούν οι ειδικοί επί του θέματος.

Πλαστά λέει η Εθνική Πινακοθήκη
Υπέρ της πλαστότητας τάχθηκε σύσσωμο το επιτελείο της Εθνικής Πινακοθήκης, ενώ υπέρ της γνησιότητας ο ιστορικός τέχνης και επίκουρος καθηγητής Μάνος Στεφανίδης. Η υπόθεση εκδικάστηκε πριν από λίγες ημέρες (26.1) στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών και η απόφαση αναμένεται τους επόμενους έξι με οκτώ μήνες.
Έχει ενδιαφέρον να σταθούμε σε κάποια απ’ όσα διαδραματίστηκαν εντός της δικαστικής αίθουσας κατά την πεντάωρη ακροαματική διαδικασία. Υπέρ λοιπόν της πλευράς Διαμαντίδη προσκομίστηκαν οι πραγματογνωμοσύνες της ερευνητικής ομάδας Artgnomon και της Εθνικής Πινακοθήκης, την οποία υπέγραφαν η διευθύντρια των συλλογών του μουσείου Όλγα Μεντζαφού-Πολύζου, συνεπικουρούμενη από τις επιμελήτριες Έφη Αγαθονίκου, Ζήνα Καλούδη και στελέχη του τμήματος συντήρησης, υπό τη διεύθυνση του Μιχάλη Δουλγερίδη.
Σύμφωνα με την τεχνική ανάλυση των χρωμάτων που εκπόνησε η Artgnomon, οι αμφισβητούμενοι πίνακες φέρουν ρουτίλιο, τιτάνιο, λιθοπόνιο και μαγνήσιο, υλικά που ανακαλύφθηκαν και διαδόθηκαν στην ευρωπαϊκή αγορά μετά τη δεκαετία του ’50, ενώ η αρχική χρονολόγηση της αντίδικης πλευράς τοποθετεί τα επίμαχα έργα στη δεκαετία του ’30.

Η άποψη του νομικού συμβούλου της Πινακοθήκης
Στην ογκωδέστατη πραγματογνωμοσύνη της, η κ. Μεντζαφού αναφέρει μία σειρά γεγονότων εκ των οποίων τεκμαίρεται, χωρίς την παραμικρή αμφιβολία όπως υποστηρίζει, η πλαστότητά τους.
Αξίζει ν’ αναφέρουμε κάποια εξ αυτών, όπως μας τα εξέθεσε ο νομικός σύμβουλος της Εθνικής Πινακοθήκης, Γιώργος Οικονομόπουλος, ο οποίος ανέλαβε και την νομική τεκμηρίωση της έκθεσης.
«Και τα δύο έργα που φέρονται ως δημιουργίες του Κωνσταντίνου Παρθένη είναι πλαστά κι έχουν γίνει κατ’ απομίμηση της γραφής του καλλιτέχνη. Είναι μάλιστα βασισμένα πάνω σε δύο έργα που ανήκουν στις συλλογές της Πινακοθήκης, αλλά με κάποιες παραλλαγές για να φαίνονται διαφορετικά.
Στο ημερολόγιο που είχε εκδώσει η Εθνική Πινακοθήκη το 2002 είχε δημοσιεύσει σε μεγέθυνση μια λεπτομέρεια του πίνακα «Παναγία με Χριστό», κάνοντας ζουμ στο ενδιαφέρον μέρος της σύνθεσης και κόβοντας κυρίως το κάτω μέρος.
Οι πλαστογράφοι, όπως συμπεραίνει η Πινακοθήκη, αντέγραψαν τη λεπτομέρεια αυτή, γι’ αυτό και το πλαστό έχει αφύσικο αποτέλεσμα, δηλαδή ο Χριστός εμφανίζεται χωρίς πόδια, η Παναγία χωρίς μπούστο κ.λπ.
Επιπλέον, το 2002, ήταν η πρώτη φορά που έβγαινε στο φως το συγκεκριμένο έργο, καθώς ποτέ μέχρι τότε δεν είχε εκτεθεί, αλλά παρέμενε στις αποθήκες του Ιδρύματος.
Ο πίνακας «Νεκρή φύση μπροστά από την Ακρόπολη» εμφανίστηκε για πρώτη φορά, το 1999, στο πλαίσιο του εορτασμού για τα 100 χρόνια λειτουργίας του μουσείου.
Το δεύτερο μέρος της έρευνας αφορά την προέλευσή τους. Και τα δύο έργα της Πινακοθήκης ανήκαν στην κόρη του Κωνσταντίνου Παρθένη, Σοφία, η οποία τα είχε δωρίσει στο μουσείο το 1982 μαζί με όλο το μερίδιό της από την κληρονομιά του πατέρα της (σ.σ.: όταν πέθανε ο Κωνσταντίνος Παρθένης, το 1967, το σπίτι του σφραγίστηκε. Η αποσφράγιση και η απογραφή έγινε τον επόμενο χρόνο από τη συμβολαιογράφο Παναγιώτα Γιαννακάκου. Τα μισά έργα πήρε η κόρη του Σοφία και τα άλλα μισά ο γιος του Νικόλαος.]

Τι ισχυρίζεται ο Μάνος Στεφανίδης
Στην πραγματογνωμοσύνη του, ο Μάνος Στεφανίδης αναφέρει ότι διαπίστωσε από πλευράς ιδιοκτησίας πως τα έργα ανήκαν στην κληρονομιά Νικολάου Παρθένη, και από εκεί κατέληξαν στους Sotheby’s μέσα από δύο ενδιάμεσους ιδιοκτήτες, τον γκαλερίστα Στράτο Φωτόπουλο και τον εκτιμητή έργων τέχνης και σύμβουλο επενδύσεων Δημήτρη Παλαιοκρασσά.
Σε καμία όμως από τις απογραφές -οι οποίες ως συμβολαιογραφικές κατατεθειμένες πράξεις δεν επιδέχονται καμίας αλλοίωσης ή αμφισβήτησης- δεν αναφέρονται.
Ούτε του ’68, ούτε του ’99, όταν πέθανε πια ο Νίκος Παρθένης και περιήλθαν στην κατοχή των τεσσάρων κληρονόμων του. Μία εξ αυτών ήταν η Φιλιππινέζα Έλμα Ερλάνο που φέρεται να πούλησε στον συλλέκτη Βασίλη Παπαθανασίου, από τον οποίο αργότερα τα αγόρασαν οι κ. Φωτόπουλος και Παλαιοκρασσάς».

Το Σωματείο Αρχαιοπωλών
Πριν από μερικά χρόνια, το Σωματείο Αρχαιοπωλών είχε επιβάλει στον γκαλερίστα Στράτο Φωτόπουλο ποινή παύσης τριών μηνών για διακίνηση πλαστών πινάκων του Αλέξη Ακριθάκη. Εξαιτίας αυτού του γεγονότος είχαν παραιτηθεί τότε αρκετά έγκριτα μέλη του σωματείου.
Όπως συνεχίζει ο κ. Οικονομόπουλος: «Η κ. Ερλάνο αναφέρει ότι πλήρωσε και φόρο κληρονομιάς. Στην έρευνα που έκανα στην εφορία, ζητώντας τα σχετικά αντίγραφα, ούτε εκεί υπάρχει καμία αναφορά.
Αντιθέτως, τα δύο έργα που έχει στην κατοχή της η Πινακοθήκη έχουν μια παρουσία μέσα στον χρόνο, είχαν εκτεθεί στην αναδρομική έκθεση του καλλιτέχνη που διοργανώθηκε το 1938 από την ελληνική κυβέρνηση στην 21η Μπιενάλε της Βενετίας, υπάρχει φωτογραφικό ντοκουμέντο που εικονίζει τον ζωγράφο στο εργαστήριό του μπροστά από τα δύο αναρτημένα στον τοίχο έργα, έχουν δημοσιευθεί σε εγκυκλοπαιδικά λεξικά και φυσικά αναφέρονται στην απογραφή του 1968».
Στο σημείο αυτό παραθέτουμε αυτούσιο το κείμενο της κ. Μεντζαφού: «Στην έρευνα που διεξήγαγα για την τεκμηρίωση των έργων της συλλογής Διαμαντίδη, δεν βρήκα καμία αναφορά ή κάποια στοιχείο που να πιστοποιεί την ύπαρξή τους σε καλλιτεχνική δραστηριότητα του ζωγράφου, ούτε σε κάποια γνωστή συλλογή. Τα έργα του Παρθένη, τα οποία πουλούσε πάντα ακριβά, τα αγόραζαν συλλέκτες που ανήκαν στη μεγαλοαστική τάξη της Αθήνας και του εξωτερικού, επομένως η προέλευση ενός έργου χωρίς από μόνη της να τεκμηριώνει την αυθεντικότητά του ή μη λαμβάνεται εντούτοις σοβαρά υπόψη από τον ιστορικό τέχνης».

Υπήρχαν άφαντα έργα;
«Τα έργα πουλήθηκαν από τους Sotheby’s ως δημιουργίες της δεκαετίας του ’30. Μα υπάρχουν επί 80 χρόνια άφαντα έργα;», αναρωτιέται ο κ. Οικονομόπουλος, ο οποίος μας επισημαίνει και κάτι ακόμη.
«Ο Μάνος Στεφανίδης επικαλείται την υπογραφή της Παναγιώτας Γιαννακάκου, την οποία όμως αναφέρει ως Γ. Πεππά. Τι σημαίνει αυτό; Ότι προφανώς δεν γνώριζε καν το όνομά της και έτσι ερμήνευσε την υπογραφή της. Για να φανταστείτε επιπολαιότητα…
Ισχυρίζεται, επίσης, ότι το έργο με την Παναγία που δημοπράτησαν οι Sotheby’s είναι σαφώς εικαστικά πληρέστερο και αρτιότερο από εκείνο της Πινακοθήκης. Κατά τη γνώμη μου, πάντως, μπορεί και ο οίκος να έχει εξαπατηθεί. Εισπράττει, όμως, τόσα χρήματα και δεν οφείλει να ερευνήσει την προέλευση; Το μοναδικό κριτήριο της αξίας ενός έργου είναι η γνησιότητά του. Στον κατάλογο δεν έλεγαν έργο που αποδίδεται στον Παρθένη. Έλεγαν έργο του Παρθένη και μάλιστα το συνόδευαν με εκτενή κείμενα και διθυραμβικά σχόλια».

Η επιστολή του Άγγελου Δεληβοριά
Τη δική της σημασία έχει η φιλική επιστολή που είχε στείλει ο ιστορικός τέχνης και διευθυντής του Μουσείου Μπενάκη Άγγελος Δεληβοριάς στον Διαμαντή Διαμαντίδη, σε ανύποπτο χρόνο, το 2010. Σε αυτήν ο έμπειρος γνώστης της νεοελληνικής τέχνης αναφέρει, μεταξύ άλλων: «Δεν νομίζω ότι υπάρχει αμφιβολία ότι η “Παναγία με το Θείο Βρέφος” είναι ούτως ή άλλως μία αδύναμη, μέτρια και από κάθε άποψη ύποπτη δημιουργία. Μία δημιουργία που δεν θα μπορούσε κατά κανένα τρόπο να συγκριθεί με κάποια από τις γνωστές, ανάλογες συνθέσεις του ζωγράφου (…).
Δυστυχώς στο έργο “Νεκρή Φύση μπροστά από την Ακρόπολη” γίνεται προσπάθεια μίμησης του καλλιτεχνικού ιδιώματος του Παρθένη με συρραφή ζωγραφικών στοιχείων από άλλα έργα του και ιδιαίτερα από το έργο του “Νεκρή φύση με Ακρόπολη στο βάθος», που ανήκει στις συλλογές της Εθνικής Πινακοθήκης. Θα υποχρεωθώ επομένως να επαναλάβω και σε σας κάτι που έχω τονίσει επανειλημμένα με άλλες αφορμές, ότι ο Παρθένης ανήκει στους ζωγράφους εκείνους που μαγνήτισαν από νωρίς το ενδιαφέρον της αγοράς όπως μαγνήτισαν εξάλλου και όσους φροντίζουν συστηματικά να την τροφοδοτούν με πλαστά έργα. Θα ήταν δηλαδή προτιμότερο να είχατε προσφύγει στις απόψεις μου πριν καταλήξετε οριστικά στην απόφαση ν’ αποκτήσετε οπωσδήποτε τους δύο πίνακες. Θα σας συμβούλευα επιπλέον όποτε μελλοντικά αποφασίσετε εκ νέου την απόκτηση κάποιου έργου είτε με άμεση αγορά είτε από δημοπρασία, να προσφύγετε εγκαίρως στην έγκριτη γνώμη ενός ειδικού, στις αναμφίβολα αυθεντικές δημιουργίες της Εθνικής Πινακοθήκης και στον υπεύθυνο εξαντλητικό έλεγχο των ληξιαρχικών πράξεων της προέλευσής του».

Στα χέρια της Δικαιοσύνης
Από την πλευρά του ο Μάνος Στεφανίδης δεν επιθυμεί να μας μιλήσει εκτενώς για την υπόθεση, από τη στιγμή που, όπως λέει, βρίσκεται στα χέρια της Δικαιοσύνης.
«Προσωπικά, έχω επανειλημμένα συγκρουστεί με τους πλαστογράφους κι έχω προβεί σε ουκ ολίγες καταγγελίες πλαστών έργων Παρθένη, Τσαρούχη, Τέτση κ.ά. Για τα δύο επίδικα έργα δεν έχω την παραμικρή αμφιβολία. Τα είδα, τα εξέτασα, ερεύνησα το ιστορικό τους και έχω περιγράψει αναλυτικά τα συμπεράσματά μου στη πραγματογνωμοσύνη που μου ανέθεσε το δικαστήριο. Προς το παρόν το κείμενο είναι απόρρητο. Κακώς δίνει κομμάτια η άλλη πλευρά. Λένε, μεταξύ άλλων, ότι τα καινούργια καρφιά πρόδωσαν τον πλαστογράφο. Αφού τα έργα μεταφέρθηκαν πρόσφατα σε καινούργιο καμβά και νέο πλαίσιο από τον καθηγητή συντήρησης κ. Κουτσουρή προκειμένου να πωληθούν…
Θα ήθελα, όμως, να ξέρω οι άλλοι, που έχουν άποψη, ποιο πλαστό έργο έχουν καταγγείλει στη ζωή τους; Μήπως τους πλαστούς Πανταζήδες, που τους συμπεριέλαβαν στην έκθεση και τη μεγάλη έκδοση του Πανταζή; Τον Διαμαντίδη δεν τον γνωρίζω, εκτιμώ ότι είναι συλλέκτης και αγαπά την τέχνη αλλά πριν αγοράσει θα έπρεπε να είχε ελέγξει, ειδικά αφού ήταν διατεθειμένος να δώσει ένα τόσο υψηλό χρηματικό ποσό.

«Πλακάκια» με τους Sothebys;
Εν πάση περιπτώσει, αφού έχει αμφιβολίες έκανε πολύ καλά που προσέφυγε στην ελληνική Δικαιοσύνη, η οποία έχει τους τρόπους και τα μέσα να βγάλει μια απόφαση. Με κατηγορούν ότι μαζί με τους Sotheby’s έχουμε κάνει συμμορία. Μα εγώ έχω ζητήσει περαιτέρω ανάλυση των έργων και γραφολογική εξέταση της υπογραφής, κάτι που η πλευρά Διαμαντίδη δεν το θέλει και δεν μπορώ να καταλάβω το γιατί. Αν τα έργα είναι πλαστά, τότε και η υπογραφή θ’ αποδειχθεί πλαστή. Για ποιο λόγο, λοιπόν, όλη αυτή η φασαρία και η δημοσιότητα; Γίνεται μία κατευθυνόμενη εκστρατεία να προβληθούν τα έργα ως πλαστά για να επηρεαστεί η Δικαιοσύνη, η οποία όμως απρόσκοπτα και αμερόληπτα πρέπει να κάνει τη δουλειά της.
Ίσως ο συλλέκτης να μετάνιωσε για τα χρήματα που έδωσε, αντιλαμβανόμενος ότι με 1,7 εκατ. ευρώ αγόραζε Πικάσο. Πάντως, και τα δύο έργα είναι καταγεγραμμένα στην απογραφή του υιού Παρθένη και αυτό φαίνεται από τα έγγραφα που έχω εντοπίσει και υποβάλει. Μην προτρέχουμε της Δικαιοσύνης. Το δικό μου κριτήριο, προκειμένου ν’ αποφανθώ για τη γνησιότητα ή μη ενός έργου, είναι πάνω απ’ όλα αισθητικό, καλλιτεχνικό. Για μένα, λοιπόν, οι δύο συγκεκριμένοι πίνακες είναι πολύ καλά ζωγραφισμένοι κι έχουν σαφέστατα στοιχεία παλαιότητας. Δεν υπάρχουν πλαστογράφοι που να κάνουν τέτοια έργα».

Η ιστορικός τέχνης Νίκη Πατσουράκη
Στη διάρκεια της ακροαματικής διαδικασίας εξετάστηκε και η ιστορικός τέχνης Νίκη Πατσουράκη, η οποία επίσης κατέθεσε υπέρ της πλαστότητας των έργων. Οι Sotheby’s υποστήριξαν ενώπιον του δικαστηρίου πως ο οίκος δεν έχει την υποχρέωση να ελέγχει τη γνησιότητα του έργου και επομένως δεν τη βεβαιώνει. Σε επικοινωνία μας με τον Matthew Weigman, όταν ρωτήσαμε εάν τέτοιες υποθέσεις, εφόσον δημοσιοποιούνται, μπορούν να πλήξουν το κύρος ενός οίκου, αρκέστηκε να μας πει πως δεν απαντά σε… υποθετικές ερωτήσεις. Την ίδια (μη) απάντηση λάβαμε και στην ερώτηση εάν το δικαστήριο αποφανθεί ότι οι πίνακες δεν είναι γνήσιοι, πώς προτίθεται να κινηθεί ο οίκος, αν π.χ. ασκήσει έφεση ή προτιμήσει ν’ αποζημιώσει τον κ. Διαμαντίδη. Τουλάχιστον αυτή ήταν, πράγματι, υποθετική ερώτηση αλλά για μια όχι τόσο υποθετική έκβαση…
Όπως καθόλου υποθετικά δεν είναι και τα χρήματα που εισπράττει ως προμήθεια ο οίκος από τις αγοραπωλησίες των έργων. «Εσείς γνωρίζετε κάποιον που θα έδινε 1,7 εκατ. ευρώ για ν’ αγοράσει κάτι που μπορεί να είναι πλαστό;», ρωτά ο Γιώργος Οικονομόπουλος.
Στη σχεδόν τριαντάχρονη επαγγελματική του διαδρομή έχει χειριστεί εκατοντάδες υποθέσεις πλαστογραφίας, για ποσά από 3.000 έως 500.000 ευρώ. Στην πλειοψηφία τους αφορούν καλλιτέχνες που δεν ζουν πια και το έργο τους δεν υποστηρίζεται από κάποιο ίδρυμα.
Ανάμεσα στους πιο εμπορικούς άρα και στους πιο συχνά πλαστογραφημένους είναι οι Γύζης, Λύτρας, Ιακωβίδης, Παρθένης, Βολανάκης, Μαλέας, Παπαλουκάς, Γκίκας, Μόραλης, Βασιλείου, Γαΐτης, Εγγονόπουλος. Από τον ύποπτο κατάλογο, όμως, δεν λείπουν και ονόματα ζώντων, όπως ο Φασιανός, ο Μυταράς, ο Τέτσης. Σύμφωνα με τον έμπειρο δικηγόρο: «Τα πλαστά έργα που διακινούνται είναι περισσότερα από τα γνήσια και όσο πιο μεγάλη είναι η άγνοια του αγοραστή τόσο πιο απύθμενο είναι και το θράσος του πωλητή».

Δευτέρα 13 Φεβρουαρίου 2017

Ἡ Τεράστια Κοινωνικὴ Σημασία τῶν Βλακῶν ἐν τῷ Συγχρόνῳ Βίῳ

Τὸ πλέον γνωστὸ αὐτὸ ἔργο τοῦ Εὐαγγέλου Λεμπέση, δημοσιεύτηκε ἀρχικὰ στὴν «Ἐφημερίδα τῶν Ἑλλήνων Νομικῶν» τὸ ἔτος 1941 μὲ ἀποτέλεσμα τὴν πολεμικὴ συζητήσεων κριτικῶν καὶ ἀντιπαραθέσεων στὶς ἐφημερίδες τῆς ἐποχῆς. Εἶναι γεμάτο ἀπὸ ὀξυδερκεῖς παρατηρήσεις πάνω στὸ τεράστιο θέμα τῆς βλακείας στὶς σύγχρονες κοινωνίες. Εἶναι μακροσκελές, στὴν καθαρεύουσα, ἀλλά, κατὰ κρίση ἀγαθοῦ, ἀνδρὸς ἀξίζει τὸν κόπο νὰ διαβαστεῖ καὶ νὰ γίνει κτῆμα ὅλων.
Πρόλογος
Ἁπλὴ ὑποσημείωσις ἐξ ὀλίγων γραμμῶν εἰς ἄλλην μελέτην μου ἡ παροῦσα μικρὰ ἐργασία ἐξελίχθη εἰς τὸ ἀνὰ χείρας δοκίμιον χάρις εἰς τὴν παρώθησιν τοῦ διαπρεπεστάτου νομικοῦ καὶ ἀγαπητοῦ φίλου Διευθυντοῦ τῆς «Ἐφημερίδος τῶν Ἑλλήνων Νομικῶν», κ. Ν. Π. Θηβαίου. Εἰς αὐτὸν ἑπομένως τὸν ἀνεξάντλητον εἰς ἐμπνεύσεις καὶ εἰς παντοειδῆ πρωτοτυπίαν ἐπιστήμονα καὶ συγγραφέα ὀφείλεται τόσον ἡ συγγραφή, καθὼς καὶ ἡ δημοσίευσις εἰς τὴν «Ἐφημερίδα τῶν Ἑλλήνων Νομικῶν», ὡς καὶ ἡ ἐνταῦθα ἀναδημοσίευσις τῆς παρούσης μικρᾶς πραγματείας. Ὀφείλομεν χάριτας εἰς αὐτόν, ἀπὸ κοινοῦ συγγραφεὺς καὶ ἀνανῶσται, διὰ τὴν σύντομον αὐτὴν ἐντρύφησιν εἰς τὸν χλοερὸν τοῦτον κόσμον μιᾶς κατηγορίας συνανθρώπων, τῶν ὁποίων ἡ κοινωνικὴ σημασία ἔχει δεινῶς ὑποτιμηθῆ καὶ τῶν ὁποίων τὰ δικαιώματα εἶναι ἐξησφαλισμένα οὐ μόνον -φεῦ!- ἐν τῷ βασιλείῳ τῶν οὐρανῶν, ἀλλ᾿ ἔτι πλέον ἐπὶ τοῦ χλοεροῦ τούτου πλανήτου!
Ἐπὶ τοῦ περιεχομένου τοῦ παρόντος δοκιμίου οὐδεμίαν προεργασίαν γνωρίζω καὶ συνεπῶς δέον νὰ κριθῶ ἐπιεικῶς, ὡς πάντη στερούμενος «βοηθημάτων». Τολμῶ ἐν τούτοις νὰ φρονῶ, ὅτι τούτων οὐδόλως παρίσταται ἀνάγκη, διότι ἀληθῶς ἐξαιρετικῶς μέγας εἶναι ὁ πλοῦτος τοῦ ἀμέσου κοινωνικοῦ ἐμπειρικοῦ ὑλικοῦ καὶ ἐλαχίστη ἡ ἐκ τῆς ἐλλείψεως γραπτῶν βοηθημάτων στενοχωρία τοῦ γράψαντος.
Ὡς πρὸς τὴν μέθοδον τέλος δέον νὰ ὑπογραμμίσω, ὅτι κατεβλήθη ἐνδελεχὴς προσπάθεια, ὅπως αὕτη εἶναι αὐστηρῶς ἐπιστημονική. Διότι πράγματι - ὡς ἐλπίζω ν᾿ ἀποδειχθῇ - πλὴν τῶν ἄλλων δεδικαιολογημένων ἀξιώσεων, τὰς ὁποίας δύναται νὰ ἔχη παρὰ τῶν λοιπῶν ἀτυχῶν συνανθρώπων, ἡ εὐτυχὴς καὶ παντοδύναμος κοινωνικὴ κατηγορία, ἥτις ἐξετάζεται ἐνταῦθα, εἶναι καὶ ἡ ἀξίωσις ν᾿ ἀποτελέσῃ σοβαρώτατον θέμα σοβαροῦ ἐπιστημονικοῦ χειρισμοῦ.
Θὰ ἔπρεπεν ἴσως, ἐκ λόγων εὐγνωμοσύνης πρὸς τοὺς ἀποτελοῦντας τὸ θέμα τῆς παρούσης μελέτης δυνάστας τῆς ἀνθρωπότητος ν᾿ ἀφιερωθῇ αὕτη εἰς αὐτούς. Ἐκ λόγων δικαιοσύνης ὅμως ἀφιεροῦται - καὶ οὐκ ἐπ᾿ ἐλάχιστον, πρὸς διδαχήν των - εἰς τοὺς δυναστευομένους: δηλονότι εἰς τοὺς εὐφυεῖς!
I
Εἰς τὴν πολυπληθῆ κατηγορίαν τῶν βλακῶν προσάπτεται ἀσφαλῶς ἄδικος καὶ ἐπιστημονικῶς ἐσφαλμένη μομφή, ὅταν οὗτοι χαρακτηρίζονται εἴτε ὡς ἄχρηστοι καὶ περιττὸν βάρος τῆς κοινωνίας, εἴτε ὡς παρασιτικοί, ἐκφράζεται δὲ συχνὰ ἡ ἀνόητος, ὡς θὰ ἴδωμεν, εὐχὴ ὅπως οὗτοι ἐκλείψουν. Τὸ πρόβλημα τῶν βλακῶν δὲν εἶναι ἐν τούτοις ἁπλοῦν ὅταν ληφθῆ πρώτον ὕπ᾿ ὄψιν ἡ στερεὰ καὶ ἀπολύτως ἀναγκαία θέσις, ἣν οὗτοι ἐπαξίως κατέχουν ἐν τῷ κοινωνικῷ διαφορισμῶ. Οἱ βλᾶκες διαιροῦνται οὕτως εἰς δυὸ ὅλως ἀντιθέτους μεταξὺ τῶν «ὁμάδας», διεπομένας ὅμως ἀμφοτέρας ὑπὸ τοῦ αὐτοῦ νόμου, τοῦ διαφορισμοῦ Ἡ πρώτη ἐκ τούτων ὁμὰς καταλαμβάνει ὡς γνωστὸν τὰς ὑποδεεστέρας ἐν τῇ κοινωνίᾳ θέσεις, ἤτοι εὑρίσκεται εἰς τὰς κατωτάτας βαθμίδας τοῦ κοινωνικοῦ διαφορισμοῦ. Πόσον εὐεργετικὴ διὰ τὴν κοινωνίαν εἶναι ἡ ὁμὰς αὕτη εἶναι περιττὸν νὰ τονισθῆ, διότι ἄνευ αὐτῆς δὲν θὰ ὑπῆρχεν ἐκμετάλλευσις καὶ ἄνευ ἐκμεταλλεύσεως δὲν θὰ ὑπῆρχε πολιτισμός. Εἰς δὲ τὴν γλῶσσαν τοῦ κοινωνικοῦ διαφορισμοῦ: Ἄνευ αὐτῆς δὲν θὰ ὑπῆρχε διαφορισμός, διότι ἀντὶ τῆς ἀνισότητος, θὰ ὑπῆρχεν ἰσότης, ἔστω καὶ ἐκ τῶν ἄνω, δηλαδὴ θὰ ἦσαν ὅλοι εὐφυεῖς, ὅπερ ἀπὸ τῆς ἀπόψεως τοῦ διαφορισμοῦ τὸ αὐτό: ὡς νὰ ἦσαν ὅλοι βλᾶκες· διότι ὁ διαφορισμὸς ἀπαιτεῖ ρητῶς καὶ εὐφυεῖς καὶ βλάκας, περικοπτωμένων δὲ οἱονδήποτε ἐκ τῶν δυὸ τούτων σκελῶν του, αἴρεται ὁλόκληρος. Ἄνευ δέ, κατ᾿ ἀκολουθίαν, τοῦ διαφορισμοῦ, καθισταμένου δυνατοῦ μόνον διὰ τῆς σοβαρᾶς συμβολῆς τῶν βλακῶν, δὲν ὑπάρχει κοινωνία. Τοιαύτη λοιπὸν ἡ τεραστία κοινωνικὴ σημασία τῶν βλακῶν, ἥτις ἄλλως τε ὑπὸ πάντων ἀναγνωρίζεται, μολονότι μόνον εἰς τὸν κοινωνιολόγον εἶναι ἐπιστημονικῶς γνωστή.
II
Ἡ κατὰ τῶν βλακῶν καταφορὰ προκαλεῖται ἄλλως τε ὑπὸ τῆς δευτέρας ὁμάδος αὐτῶν, πλέον ἐνοχλητικῆς της πρώτης, ἀλλὰ καὶ ἐνταῦθα ἡ καταφορὰ αὕτη, ἐφ᾿ ὅσον ἐμφανίζεται ὡς λογικὴ κρίσις, εἶναι ἀκοινωνιολόγητος, ἤτοι ἀντεπιστημονική. Κατηγοροῦνται δηλαδὴ οἱ βλᾶκες τῆς δευτέρας ταύτης κατηγορίας ὅτι παναξίως κατέχουν σπουδαίας ἐν τῇ κοινωνίᾳ θέσεις. Ἀλλ᾿ ἡ κρίσις αὕτη προδίδει πλήρη μίας ὠρισμένης μορφῆς τοῦ διαφορισμοῦ ἄγνοιαν. Ἡ μορφὴ αὕτη δεδομένη μὲ φυσικὴν ἀναγκαιότητα ὡς ὁ νόμος τοῦ διαφορισμοῦ εἶναι ὁ στοιχειώδης κανών: «δέκα βλάκες καθ᾿ ἑνὸς εὐφυοῦς· δέκα ἀνίκανοι καθ᾿ ἑνὸς ἱκανοῦ· δέκα ἀδύνατοι καθ᾿ ἑνὸς ἰσχυροῦ κ.ο.κ.». Τὸ φαινόμενον τοῦτο, κλασσικόν, τυπικὸν καὶ αἰώνιον ἀφ᾿ ἧς ὑπάρχει ἀνθρωπίνη κοινωνία, δι᾿ ὅλης τῆς Ἱστορίας τῆς ἀνθρωπότητος, δύνανται νὰ εἶναι «τυχαῖον»; Ἀλλὰ τυχαῖον εἶναι ὅ,τι ἀδυνατεῖ νὰ συλλάβῃ ὁ ἀνθρώπινος νοῦς. Οὐδέποτε ὅμως ὅ,τι πρὸ πολλοῦ ἔχει συλληφθῆ εἰς τὸν θεμελειώδη νόμον τοῦ διαφορισμοῦ. Καὶ τὸ μὲν ψυχολογικὸν ἐλατήριον τοῦ συνασπισμοῦ τῶν ὁπωσδήποτε «κάτω» κατὰ τῶν ὁπωσδήποτε «ἄνω» εἶναι δεδομένη διὰ τοῦ ressentiment.
Ὁ συνασπισμὸς τῶν βλακῶν ἐνταῦθα εἶναι μηχανικὴ ὀργάνωσις βάσει τῆς ἀρχῆς τῆς «ἐλαχίστης προσπαθείας» πρὸς ἀντιμετώπισιν ἰσχυροτέρας δυνάμεως εἰς τὸ πρόσωπον τῶν ὀλίγων ἢ τοῦ ἑνός. Ἡ ὀργάνωσις αὕτη περιωρισμένης ἐκτάσεως καλεῖται κοινωνιολογικῶς κλίκα (clique).
2. Ἡ ἔμφυτος τάσις τοῦ βλακός, ἐξικνουμένη συχνότατα εἰς ἀληθῆ μανίαν ὅπως ἀνήκῃ εἰς ἰσχυρὰς καὶ ὅσον τὸ δυνατὸν περισσοτέρας πάσης φύσεως ὀργανώσεις, ἐξηγεῖται πρώτον μὲν ἐκ τῆς εὐκολίας τῆς ἀγελοποιήσεως, εἰς ἣν μονίμως ὑπόκειται, λόγω ἐλλείψεως ἀτομικότητος (ἐξ οὗ καὶ τὸ μῖσος τοῦ κατὰ τοῦ ἀτόμου καὶ τοῦ ἀτομικισμοῦ), δεύτερον δὲ ἐκ τοῦ ἀτομικοῦ ζῳώδους πανικοῦ, ὑπὸ τοῦ ὁποίου μονίμως κατατρύχεται, ἐκ τοῦ δεδικαιολογημένου φόβου μήπως περιέλθη εἰς τὸ παντὸς εἴδους προλεταριάτον. Ἀποτελεῖ δὲ ἡ τάσις αὕτη ἀμάχητον σχεδὸν τεκμήριον περὶ τοῦ βαθμοῦ τῆς πνευματικῆς του ἀναπηρίας. Τοιουτοτρόπως δημιουργεῖται αὐτόματος συρροὴ βλακῶν εἰς τὰς πάσης φύσεως ὀργανώσεις, αἴτινες, ἐὰν μὲν εἶναι συμφεροντολογικαί, διατηροῦν τουλάχιστον τὴν σοβαρότητα τῶν συμφερόντων των, ἐὰν ὅμως εἶναι «πνευματικαί» περιέρχονται σὺν τῷ χρόνῳ εἰς πλήρη βλακοκρατίαν. Εἰς τὸ φαινόμενον τοῦτο ὀφείλει τὸν ἐκφυλισμὸν τοῦ λ.χ. ὁ μασσωνισμός, oι ἁπανταχοῦ Ῥοταριανοὶ ὅμιλοι, ὅλοι oι «πνευματικοί» σύλλογοι, καὶ αὐτὴ αὕτη ἡ... Κοινωνία τῶν Ἐθνῶν!. Ἑπόμενον εἶναι κατόπιν τούτων, ὅτι ὅπως ἡ λεγεὼν τῶν βλακῶν ὠθεῖται ἀκατανικήτως πρὸς τὴν ἀγέλην καὶ πρὸς τὰς πάσης φύσεως ὀργανώσεις, οὕτω ὑφίσταται ἀκατανίκητον ἕλξιν ἀπὸ τὰς παντὸς εἴδους ἀγελαίας ἀντιατομικὰς καὶ ὁμαδιστικὰς θεωρίας, ἀπὸ τοῦ πάσης φύσεως παρεμβατισμοῦ ἢ διευθυνομένης οἰκονομίας ἢ 4ης Αὐγούστου μέχρι τοῦ σοσιαλισμοῦ καὶ τοῦ κομμουνισμοῦ (Ἄλλοι εἶναι οἱ ἐκμεταλλευταὶ τῶν θεωριῶν αὐτῶν). Τούτων δεδομένων ἐξηγεῖται καὶ ἡ ἀτελεύτητος καὶ αὐστηροτάτη ἐπιλογὴ βλακῶν εἰς τὰ ὁμαδικὰ συστήματα ἡ ὁποία, τὴ βοηθεῖα μίας πολιτικῆς βίας, κατοχυροῦται καὶ ὡς πολιτικὸν καὶ κοινωνικὸν καθεστὼς (4η Αὐγούστου), τόσῳ μᾶλλον, ὅσο ἡ ἐλευθερία τῆς σκέψεως, χρήσιμος μόνον εἰς ἐκείνους, οἵτινες διαθέτουν σκέψιν, εἶναι μονίμως καὶ ἐξόχως ἀντιπαθητικὴ εἰς τοὺς βλάκας, διότι ἀσκουμένη ὑπὸ τῶν ἄλλων στρέφεται ἐναντίον των, ἴδια ὁσάκις οὗτοι κατέχουν ἐξουσιαστικὰς θέσεις, ἢ ἔχουν συνδέση συμφέροντα μὲ τοὺς κατέχοντας αὐτάς. Ἡ ἔλλειψις ἰδίας γνώμης, ἡ κολακεία καὶ ἡ ρᾳδιουργία (ἴδε κατωτέρω) τοὺς προορίζουν ἄλλως τε εἰδικῶς διὰ τὰς καταστάσεις ταύτας. Ἡ ἀκατανίκητος ἐπίσης τάσις τῶν βλακῶν πρὸς τὰς πάσης φύσεως ἀγελαίας ἐμφανίσεις (κοσμικαὶ συγκεντρώσεις καὶ causerie τρεφομένη ἐκ τῶν περιεχομένων τῶν ἐφημερίδων καὶ τῶν ραδιοφώνων, μόδα, κλπ.) καὶ διακρίσεις (τίτλοι, διπλώματα παράσημα) εἶναι κατόπιν τῶν ἀνωτέρω αὐτονόητος.
III
3. Ἀλλὰ πόθεν εἶναι δεδομένη ἡ πραγματικὴ δυνατότης τῆς ἀποτελεσματικῆς δράσεως τῆς βλακικῆς ἀγέλης; Ἡ δυνατότης αὕτη εἶναι δεδομένη ἀπολύτως ἀντικειμενικῶς καὶ ἀνεξαρτήτως τοῦ ψυχολογικοῦ ἐλατηρίου (τοῦ ressentiment), τὸ ὁποῖον ἄλλως οὐδεμίαν θὰ εἶχε κοινωνικὴν δρᾶσιν καὶ ἀκολούθως κοινωνιολογικὴν σημασίαν. Εἶναι δεδομένη ἐκ τῆς μοιραίας θέσεως τὴν ὁποίαν κατέχουν εἰς τὴν κλίμακα τοῦ κοινωνικοῦ διαφορισμοῦ οἱ βλᾶκες, θέσεως εἰς τὴν ὁποίαν εἶναι ἀναντικατάστατοι, διότι εἶναι θέσις ὑποδεεστέρα, ἀλλὰ καὶ ἀπολύτως ἀπαραίτητος διὰ τὸν ὅλον κοινωνικὸν μηχανισμόν, ὁ ὁποῖος βασίζεται ἀπολύτως εἰς τὰς κατωτέρας αὐτοῦ βαθμίδας. Εὐκρινέστατα διαφαίνεται ἡ ἐξάρτησις αὕτη τῶν ἀνωτέρω βαθμίδων καὶ προσώπων ἀπὸ τῶν κατωτέρων τοιούτων ὅπου αὕτη λαμβάνει μορφὰς καθαρῶς ἐκβιαστικάς, τὰς ὁποίας γνωρίζουν πάντες οἱ κοινωνικοὶ ἄνθρωποι. Ὡς παράδειγμα δύναται νὰ χρησιμεύση ἡ παρέλκυσις ἢ ὁ ἐνταφιασμὸς μίας ὑποθέσεως εἰς οἱανδήποτε ὑπηρεσίαν ὑπὸ κατωτέρων ὑπαλλήλων, ἡ ἔκδοσις ἐντάλματος συλλήψεως κατὰ καταζητουμένου ἐκληματίου, εἰς περίπτωσιν κατὰ τὴν ὁποίαν τὰ κατώτερα ἀστυνομικὰ ὄργανα εἶναι ἀλληλέγγυα πρὸς αὐτὸν κλπ
4. Λαμβανομένης ἤδη ὑπ᾿ ὄψιν τῆς ἐπικαίρου ταύτης θέσεως τῶν κατωτέρων βαθμίδων καὶ προσώπων ἐν τῷ κοινωνικῷ διαφορισμῶ καθίσταται ἀπολύτως νοητὴ καὶ ἡ ἄνοδος αὐτῶν εἰς ἀνωτέρας βαθμίδας διὰ κοινοῦ μεταξὺ τῶν συνασπισμοῦ ἀναδεικνύοντος ἑαυτοὺς καὶ ἀλλήλους ἀφ᾿ ἑνὸς μὲν δι᾿ ὀργανωμένης ἀντιστάσεως (boycotage) πρὸς τὰ ἄνω καὶ παραλύσεως τῶν τυχὸν ἀντιθέτων ἐνεργειῶν τῶν ὑπερκειμένων παραγόντων πρὸς ἀνάδειξιν ἄλλου πράγματι ἱκανοῦ, προσώπου, ἀφ᾿ ἑτέρου δὲ δι᾿ ὀργανωμένης προωθήσεως προσώπου ἐκ τῶν κόλπων αὐτῶν, πρὸς τὴν ἀνωτέραν βαθμίδα. Τὸ φαινόμενον τοῦτο καλεῖται κλίκα. Ὅτι τὴν ἐξέλιξιν ταύτην οὐδεὶς δύναται νὰ σταματήση εἶναι φανερόν, ὅσον εἶναι φανερὰ ἡ νομοτελειακὴ συνάρτησις τῶν ὡς ἄνω δεδομένων. Κατὰ τὴν αὐτὴν συνάρτησιν τὸ φαινόμενον συνεχίζεται: «ἑνὸς βλακὸς προκειμένου μύριοι ἕπονται», ὁ δὲ οὕτω ἀνελθῶν βλὰξ θὰ προωθήση ὁ ἴδιος πρόσωπα μόνον κατώτερα ἑαυτοῦ, μέχρις ὅτου ἡ μία βίαια ἔξωθεν ἐπέμβασις, ὑπαγορευομένη ὑπὸ τῆς ἀνάγκης ἄλλου τινὸς κοινωνικοῦ ὀργανισμοῦ, ἢ ὁ φυσικὸς ἐκφυλισμὸς ἑνὸς τοιούτου ὀργανισμοῦ ἐκ τῶν ἔσω, ἐπιφέρει θεμελιώδη τινὰ ἀνατροπὴν ἢ καὶ αὐτὸν τοῦτον τὸν τερματισμὸν τοῦ βίου τοῦ ἐκφυλισθέντος ὀργανισμοῦ. Οὕτω λ.χ., εἰς παρομοίαν περίπτωσιν ἡ τὸ 1910 ἀνελθοῦσα κοινωνικὴ ὁμὰς ἀνέτρεψε τὴν ἱεραρχίαν τῶν ἀξιῶν καὶ τῶν προσώπων καὶ ἐντὸς τοῦ παλαιοκομματισμοῦ, καταστήσασα δυνατὴν τὴν ὑπεφαλάγγισιν τῶν παλαιῶν αὐτοῦ ἀρχηγῶν ὑπὸ νέων (Γούναρη, Στράτου κλπ.)
5. Ἀλλὰ καὶ οἱ ἄνευ συνασπισμοῦ καὶ ὀργανώσεως, ἄνευ«κλίκας», ἀνερχόμενοι βλᾶκες ἢ ἀνίκανοι γενικῶς, ἀτομικῶς καὶ μόνον ἐπικρατοῦντες, εὑρίσκονται ἐν τούτοις δεσμευμένοι ὑπὸ τοῦ κοινωνικοῦ διαφορισμοῦ εἰς ἴσον βαθμὸν ὡς καὶ οἱ ὀργανωμένοι τοιοῦτοι. Διότι ἀντικειμενικῶς αἱ θέσεις τὰς ὁποίας λαμβάνουν εἶναι τοιαύται, ὥστε ἡ ἀνεπάρκεια τῶν ἢ νὰ εἶναι πλεονεκτικὴ ἢ νὰ εἶναι ἀνεκτή, οὐδέποτε ὅμως θέσεις ἀπαιτούσαι πραγματικὰ προσόντα, ἐκ τῶν ὁποίων, καὶ ἂν ἀκόμη φθάνουν εἰς αὐτάς, ἀνατρέπονται καὶ κρημνίζονται εἰς τὴν πρώτην ἀντίξοον περίστασιν καὶ ὑπὸ μεγάλου τινὸς ἢ μικροῦ πνέοντος ἀνέμου. Οὕτω λ.χ. πολλοὶ ἐξ αὐτῶν κατέλαβον διαδοχικῶς πλεῖστα ἀξιώματα τῆς κοινωνίας καὶ τῆς πολιτείας, ἀπὸ τοῦ Προέδρου τῆς Δημοκρατίας, μέχρι τοῦ «Προέδρου τοῦ Συλλόγου Προστασίας Ἐγγύων Μυιῶν», τοῦ «Γενικοῦ Γραμματέως τῆς Γενικῆς Συνομοσπονδίας Πωλητῶν Ποντικοπαγίδων» κ.ο.κ., ἀξιώματα βεβαίως, τὰ ὁποῖα οὐδέποτε θὰ ἐπιδιώξη σοβαρῶς ἀπασχολούμενος ἄνθρωπος. Εἰς τὰ ἀξιώματα ταῦτα προστίθενται φυσικὰ καὶ διακρίσεις οἶον παράσημα, διπλώματα, δεξιώσεις κλπ
Ο causeur συνάδελφος τοῦ ἀνωτέρω ἀποτελεῖ ἀληθῆ κοινωνικὴν μάστιγα, διότι ὡς causerie ἐκλαμβάνει τὸ νὰ λέγῃ εἰς τοὺς χειμαζομένους συνανθρώπους τί ἀνέγνωσεν εἰς τὰς ἐφημερίδας, τί ἤκουσεν εἰς τὸ ραδιόφωνον καὶ τί τοῦ εἶπον διάφοροι καθ᾿ ὁδόν, ἐξικνούμενος ἔστιν ὅτε εἰς τὰ σχόλιά του, ὅταν ἀποφασίση νὰ σχολιάση εἰς δυσθεώρητα ὕψη ὀξυδερκείας καὶ πνευματικῆς χάριτος: ὅτι λ.χ. κατὰ τὴν νύκτα ἀναμφιβόλως ἐπικρατεῖ σκότος, τὴν δὲ βροχὴν ἀκολουθεῖ ὁπωσδήποτε ἡ ὑγρασία... Εἰς ταῦτα προστίθεται ἐνίοτε καὶ ἡ «προστατευτική» στάσις αὐτοῦ ἔναντι τῶν πνευματικῶς ἀνωτέρων του, σκοποῦσα τὴν ὑποτίμησιν αὐτῶν εἰς τὰ ὄμματα τοῦ κόσμου κλπ.
IV
6. Ἐνδιαφέρον εἶναι τέλος ἐνταῦθα τὸ φαινόμενον μερικῶν εὐφυῶν ἀνθρώπων, οἵτινες, ἐνστικτωδῶς διαισθανόμενοι τὸν κοινωνικῶς ἀνυπέρβλητον ρόλον τῶν βλακῶν καὶ τὴν λαμπρὰν κοινωνικὴν αὐτῶν σταδιοδρομίαν - ἐν τῇ «χρυσῇ» μέσῃ ὁδῷ τῆς μετριότητος ἐννοεῖται - ἀποφασίζουν νὰ ὑποδυθοῦν τὸν ρόλον αὐτόν, ὅπως ἀνέλθουν διὰ τῆς μεθόδου τῆς «νύσσης», ὡς αὕτη εὐφυέστατα ἀποκαλεῖται παρὰ τῷ λαῷ. Ἀλλ᾿ ὁ ρόλος οὗτος εἶναι ἐξαιρέτως δύσκολος ἐκ δυὸ λόγων: Πρῶτον ὑποκειμενικῶς ἡ ὕπαρξις πνευματικῆς καὶ ψυχικῆς ζωῆς ἔχει ὡς γνωστὸν ἀναποτρέπτους ἀντανακλάσεις ἐπὶ τῆς ἐξωτερικῆς φυσιογνωμίας, αἴτινες μὲ τὴν τελειοτέραν ὑπόκρισιν, δύσκολον εἶναι ν᾿ ἀποκρυβοῦν, πλὴν τῆς περιπτώσεως καθ᾿ ἣν εἶναι δεδομένον τάλαντον μεγάλου ἠθοποιοῦ. Ἡ ἁπλὴ παρουσία τοῦ εὐφυοῦς ἀνθρώπου εἶναι κατὰ κανόνα διὰ τὸν βλᾶκα εἰς τὸ ἔπακρον προκλητική. Τὸ ψυχολογικὸν σύμπλεγμα τῶν συναισθημάτων, τὸ ὁποῖον αὕτη ἐξαπολύει παρ᾿ αὐτῷ εἶναι τὸ αὐτὸ ἀκριβῶς μὲ ἐκεῖνο τοῦ καταδιωκομένου καὶ πανικοβλήτου ζῴου ἢ ἀνθρώπου, ἐν καταστάσει φυγῆς ἢ ἀμύνης. Τὸ μῖσος, ὁ φόβος, ὁ φθόνος μετὰ τοῦ θράσους συμπλέκονται κατὰ τρόπον, δηλοῦντα διὰ τὸν ἐξησκημένον ὀφθαλμὸν σαφῶς εἰς πᾶσαν φράσιν, ἴδια ὑποτιμητικὴν ἢ μειωτικήν, τὴν κατάστασιν ἀμύνης. Δεύτερον ἀπὸ τῆς ἀπόψεως τοῦ βλακός, ἡ ἔνστικτος καχυποψία αὐτοῦ εἶναι τοιαύτη, ὥστε ἡ ὑπόκρισις τοῦ εὐφυοῦς ν᾿ ἀποβαίνῃ ματαία, ἡ δὲ πραγματικὴ εἰλικρίνεια αὐτοῦ νὰ ἐκλαμβάνεται ὡς ὑπόκρισις. Ὁ βλὰξ ὡς πλησιέστερος πρὸς τὸ ζωϊκὸν βασίλειον, ἔχει τὴν ἔνστικτον καχυποψίαν οὕτω ἀνεπτυγμένην, ὥστε ν᾿ ἀδυνατῇ νὰ διαγνώσῃ ἢ νὰ ἐννοήση συλλογισμοὺς καὶ λογικοὺς ὑπολογισμοὺς τοῦ εὐφυοῦς, βασιζομένους ὄχι εἰς τὸ ἔνστικτον ἀλλὰ εἰς τὴν διάνοιαν. Ἄοπλος καὶ ἀνυπεράσπιστος ἔναντι τῶν ψυχρῶν ὑπολογισμῶν τῆς ξένης διανοίας, ἢς ὁ μηχανισμὸς τυγχάνει εἰς αὐτὸν νοητικῶς ἀπροσπέλαστος, μίαν μόνην ἄμυναν διαθέτει, ἀκριβῶς ὅπως τὸ ζῷον καὶ ὁ πρωτόγονος ἄνθρωπος: τὴν ἔνστικτον καχυποψίαν. Οὕτω ἐξηγεῖται καὶ ἡ φυσικὴ καὶ πνευματικὴ κατωτερότης τῶν λαῶν, οἵτινες ἐμπνέονται βασικῶς ὑπὸ τῆς καχυποψίας, ἣν αὐταρέσκως ἐκλαμβάνουν ὡς εὐφυΐαν. Ἔναντι τῶν Εὐρωπαίων οἵτινες οὐδεμίαν ἀνάγκην ἔχουν αὐτῆς, ὡς ἀντιλαμβανόμενοι νοητικῶς τὸν κόσμον. Ἐκ τούτων ἐπίσης φαίνεται σαφῶς, ὅτι ἡ καχυποψία καὶ ἡ ἀπότοκος αὐτῆς πονηρία εἶναι ἀκριβῶς τὸ ἀντίθετόν της εὐφυίας ὡς πρὸς τὸν ὅλον αὐτῆς ἐκτοπιζομένης πάντοτε ὑπὸ τῆς δευτέρας. Λέγομεν ἀντίθετος μόνον ὡς πρὸς τὸν ρόλον, διότι ἡ διάνοια δὲν εἶναι τί τὸ ἀνεξάρτητον ἢ ἀντίθετόν του ἐνστίκτου, ἀλλὰ τουναντίον ἡ ἀνάπτυξις καὶ ὁ διὰ λογικῶν μέσων πλουτισμὸς αὐτοῦ εἰς τὴν ἀρχικὴν αὐτοῦ πάντοτε κατεύθυνσιν.
7. Πονηρία εἶναι ἡ ἐνεργητικὴ ὄψις τῆς καχυποψίας καὶ τὸ δεύτερον στάδιον αὐτῆς, ἤτοι ἡ δρᾶσις αὐτῆς, δρᾶσις ὅμως ζωϊκῶς ἀμυντικῆς φύσεως, διότι προϋποθέτει τὴν πνευματικὴν κατωτερότητα καὶ τὴν πνευματικὴν ἀμηχανίαν τοῦ βλακός, ὡς ζῴου ἐνστικτώδους καὶ πνευματικῶς πανικοβλήτου. Ἡ ἁπλὴ καχυποψία εἶναι ἄμυνα παθητικῆς φύσεως, καθ᾿ ὃ μὴ ἐνεργοῦσα ἐπὶ ἄλλων ἀτόμων. Ἡ πονηρία εἶναι ἄμυνα ἐνεργητικῆς φύσεως, διότι ἀποτελεῖ ἐγκεφαλικὴν ἐνέργειαν, σχηματισμὸν συλλογισμῶν καὶ συμπερασμάτων, ἀγόντων εἰς πράξεις («τὸν ἐγέλασε» κ.λπ.) καὶ συνεπῶς ἐνεργεῖ ἐπὶ ἄλλων ἀτόμων. Ἄσχετον τὸ ζήτημα τῆς βλακώδους ποιότητος τῶν συλλογισμῶν καὶ συμπερασμάτων. Ἡ χρησιμοποίησις ἤδη τῶν βλακωδῶν τούτων συλλογισμῶν καὶ συμπερασμάτων, μὲ μιὰν λέξιν τῆς πονηρῖας, χρησιμοποίησις ὅμως γενικώτερον ψυχολογικῶς ἐπιδρώσα ἐπὶ τοῦ ἄλλου ἀτόμου, ἤτοι χρησιμοποίησις αὐτῆς ἐν συνδυασμῷ μὲ στοιχεῖα κατωτάτης πνευματικῆς ὑποστάθμης (κολακεία, ψεῦδος, ρᾳδιουργία, συκοφαντία, σωματεμπορία, συμπαθὴς μορφὴ τοῦ βλακὸς ἀκόμη, ἐπίκλησις τῆς πολυτεκνίας του, προσφορὰ ἀνηθίκων καὶ εὐκόλων ὑπηρεσιῶν εἰς τὸ κολακευόμενον πρόσωπον, χαφιεδισμός, ξεσκονίσματα, τὸ «ποιεῖν τὸν καραγκιόζην», ἢ τὸν gigolot, χειροφιλήματα πρὸς τὸν «Ἐθνικὸν Κυβερνήτην», ἐκφωνήσεις λόγων, συρραφὴ κολακευτικῶν στίχων, μεταφορὰ λαχανικῶν, κλπ.
8. Ἂν ὁ βλὰξ καταφεύγει εἰς τὴν ἐπιτηδειότητα λόγω τῶν πενιχρῶν πνευματικῶν τοῦ μέσων ἐκ τῆς αὐτῆς ἐλλείψεως ἀνωτέρων πνευματικῶν μέσων ὠθεῖται καὶ πρὸς τὴν ἀπάτην. Ἀπάτη εἶναι ὡς γνωστὸν ἡ ἀποσιώπησις τῆς ἀληθείας ἢ ἡ παράστασις ψευδῶν πραγμάτων ὡς ἀληθῶν. Ἐξ αὐτοῦ τούτου τοῦ ὁρισμοῦ αὐτῆς συνάγεται ὅτι ἡ ἀπάτη δὲν ἀνάγεται εἰς τὴν εὐφυΐαν τοῦ ἀπατεῶνος, διότι πᾷς ἄνθρωπος δύναται νὰ παραστήση ψευδῶς πράγματα ὡς ἀληθῆ καὶ αὐτὸς οὗτος ὁ βλάξ, ἀλλ᾿ εἰς τὴν εὐπιστίαν τοῦ θύματος. Ὅτι λοιπὸν καταφεύγει εἰς αὐτήν, ὡς διανοητικῶς εὐκολώτερον μέσον ὁ βλὰξ ἐπειδή, στερούμενος εὐφυΐας, εἶναι ἀνίκανος νὰ μεταχειρισθῆ ἔντιμα μέσα, εἶναι αὐτονόητον, διότι ἔντιμα μέσα ὡς δυσκολώτερα, χρησιμοποιεῖ μόνον ὁ κεκτημένος πραγματικὴν ἀτομικὴν ἀξίαν. Πόθεν λοιπὸν προέρχεται ἡ εὐρέως διαδεδομένη ἀντίληψις, ὅτι ὁ ἀπατεὼν ὄχι μόνον ἀποκλείεται νὰ εἶναι βλάξ, ἀλλ᾿ ἀναγκαίως εἶναι εὐφυής, ἀντὶ τῆς ὡς ἄνω ἀναλύσεως, ἐξ ἢς ἀντιθέτως προκύπτει, ὅτι ὁ ἀπατεὼν ὄχι μόνον ἀποκλείεται νὰ εἶναι εὐφυής, ἀλλ᾿ εἶναι ἀναγκαίως βλάξ; Ἡ ἀντίληψις αὕτη προέρχεται ἐκ τῆς «θεωρίας» τοῦ βλακὸς περὶ τῆς εὐπιστίας. Εἰθισμένος ὁ βλὰξ νὰ «σκέπτεται» οὐχὶ διὰ τοῦ νοητικοῦ μηχανισμοῦ, ἀλλὰ διὰ χονδροειδῶν ἔξωθεν ἐντυπώσεων, δὲν ἐρευνᾷ τὰς αἰτιοκρατικὰς σχέσεις, ἀλλὰ περιορίζεται εἰς τὸ γεγονὸς μίας ἐπιτυχούσης ἀπάτης, γεγονὸς ἐξ οὗ καὶ μόνου συνάγει τὴν βλακείαν τοῦ θύματος καὶ τὴν εὐφυΐαν τοῦ ἀπατεῶνος. Ὅτι ἡ ἀπάτη δὲν ὀφείλεται εἰς εὐφυίαν ἀνελύθη, νομίζομεν ἐπαρκῶς. Ὅτι ὅμως ἡ εὐπιστία τοῦ θύματος ἀποτελεῖ βλακείαν, τοῦτο εἶναι ἀληθὲς μνημεῖον βλακικῆς «διανοίας» καὶ πολιτιστικῆς ὑποστάθμης. Διότι ἡ εὐπιστία ἑνὸς ἀτόμου, ὡς προϋποθέτουσα τὰ ἄλλα ἄτομα ὡς ἔντιμα καὶ συνεπῶς ὡς εὐφυά, εἶναι ἀσφαλῶς τὸ μέγιστον τῶν τεκμηρίων τῆς πνευματικῆς του ἀναπτύξεως καὶ τοῦ πολιτισμοῦ του. Ὅσον ὑψηλότερον ἐπὶ τῶν βαθμίδων τῆς εὐφυΐας καὶ τοῦ πολιτισμοῦ ἵσταται ἐν ἄτομον ἢ εἷς λαός, (οἱ Εὐρωπαῖοι ἐν σχέσει πρὸς τοὺς Ἀνατολίτας) τόσον περισσότερον εὔπιστος εἶναι. Ὁ τελευταῖος τῶν βλακῶν θὰ ἠδύνατο νὰ ἐξαπατήσῃ ἕνα Κὰντ ἢ ἕνα Μπετόβεν καὶ ὁ τελευταῖος τῶν Ἑλλήνων ἕνα Εὐρωπαῖον... Τὸ μειδίαμα τοῦ οἴκτου,τὸ ὁποῖον ρίπτουν οἱ «ἀφελεῖς κουτόφραγκοι», δημιουργοὶ τῶν πνευματικῶν ἀξιῶν καὶ ἐξουσιασταὶ τοῦ κόσμου, ἐπὶ τῶν δυστυχῶν «ἔξυπνών» της Μεσογείου καὶ τῆς Ἀνατολῆς, ἂς εἶναι καὶ ἡ τιμωρία τῶν βλακῶν καὶ διὰ τὴν «θεωρίαν» των ταύτην!
V
9. «Ὅτι ὁ βλάξ, ἀκολουθῶν τὴν ἔνστικτον αὐτοῦ καχυποψίαν, εὑρίσκεται ἐντὸς τῆς πραγματικότητος, τοῦτο εἶναι ἀναμφισβήτητον, θέτει δὲ αὐτὸν ἐν τῷ Κοινωνικῷ βίῳ εἰς «ἀνωτέραν» μοῖραν λ.χ. τοῦ μεταφυσικοῦ, τοῦ ὁποίου ὁ ἐνστικτώδης κόσμος ἔχει ὑποστὴ νοσηρὰν ἀτροφίαν, ἔναντι τοῦ διανοητικοῦ αὐτοῦ κόσμου, ὅστις ἔχασε πᾶσαν ἐπαφὴν μετὰ τῆς πραγματικότητος. Ἐὰν δεχθῶμεν, ὡς ὑποχρεούμεθα, πρῶτον ὅτι τὸ ἔνστικτον εἶναι ἀλάθητον, καθ᾿ ὃ ἀνεξήγητον καὶ ἄφθαρτον, δεύτερον ὅτι ὁ κόσμος τῶν ἐνστίκτων εἶναι ὁ κατ᾿ ἐξοχὴν φυσικῶς ὑγιὴς κόσμος, τρίτον ὅτι ἡ κοινωνία ὡς συνέχεια τῆς φύσεως εἶναι ὑγειὴς ὀργανισμός, ἀπαρτιζόμενος ὑπὸ ὑγειῶν ἀτόμων, τότε τὸ συμπέρασμα περὶ τῆς ὑπεροχῆς τοῦ βλακὸς ἐπὶ τοῦ μεταφυσικοῦ ἐν τῇ κοινωνίᾳ, εἶναι συμπέρασμα ἀναγκαστικὸν καὶ ἀνέκκλητον, ἐπαληθευόμενον ἄλλως τε, κατὰ φυσικὴν ἀναγκαιότητα, ὑπ᾿ αὐτῆς ταύτης τῆς κοινωνικῆς πραγματικότητος ὅλων τῶν ἐποχῶν καὶ τῶν λαῶν. Τὸ ὅτι οἱ μεταφυσικοὶ ἐπεκράτησαν (ὄχι ἤνθισαν) εἰς ἐποχὰς παρακμῆς τῶν κοινωνιῶν δὲν εἶναι τυχαῖον. Ὁ βλάξ, ὡς ἐλέχθη καὶ ἀνωτέρω, διαισθανόμενος ἐν τῇ καχυποψίᾳ του τὴν ἐπίθεσιν ἐκ μέρους τοῦ εὐφυοῦς, εἶναι θεμελιωδῶς ἐντὸς τῆς πραγματικότητος, διότι διαισθάνεται ὀρθῶς τὸν κίνδυνον νὰ περιέλθῃ κοινωνικῶς εἰς τὴν κάτω τάξιν. Ἐὰν διὰ τῆς καχυποψίας αὐτῆς καὶ μόνης προστατεύεται ἔναντι τοῦ φυσικοῦ αὐτοῦ προορισμοῦ του, τοῦτο εἶναι ἄλλο ζήτημα. Φανερὸν εἶναι, ὅτι τὸ ἔνστικτον ἀποτελεῖ μέσον προσανατολισμοῦ καὶ στοιχειώδους ἀμύνης εἰς τὸν πρωτόγονον ἄνθρωπον, ὄχι ὅμως μέσον κατισχύσεως καὶ ὑπεροχῆς ἐν προηγμένῃ κοινωνίᾳ μετὰ προηγουμένου κοινωνικοῦ διαφορισμοῦ καὶ ἀναπτύξεως τῶν νοητικῶν του ἀνθρώπου μέσων, τῶν ὁποίων ἡ κατ᾿ ἄτομα ἀνισότης εἶναι ἐξ ἴσου φυσικῶς δεδομένη. Ὁ βλὰξ ὁμοιάζει ἐνταῦθα τὸ ζῷον, τὸ ὁποῖον ἐξ ἐνστίκτου γνωρίζει νὰ διαφεύγῃ πάντα κίνδυνον, πλὴν ἀνωτέρας ὠμῆς βίας, εἰς τὴν ζούγκλαν, εἰσερχόμενον ὅμως εἰς κεντρικὴν ὁδὸν μεγαλουπόλεως, εὑρίσκεται αἰφνιδίως ὑπὸ τοὺς τροχοὺς αὐτοκινήτου. Τοῦτο εἶναι ἄγνωστος καὶ ἀκατανόητος εἰς αὐτὸ μηχανή, βασιζομένη βεβαίως κατὰ τελευταῖον λόγον εἰς τὸ ἔνστικτον τοῦ ἀνθρώπου, κατασκευασθεῖσα ὅμως διὰ τῆς διανοίας του. Πῶς ἤδη οἱ πνευματικῶς κατώτεροι ἄνθρωποι εὑρίσκονται ὑπὸ τοὺς τροχοὺς διαφόρων κοινωνικῶν «αὐτοκινήτων», - τοῦτο δεικνύει ἡ θέσις αὐτῶν εἰς τὴν κάτω τάξιν. Τὴν «μηχανήν» αὐτὴν εἶναι βεβαίως ἀδύνατον νὰ διαφύγῃ καὶ ὁ βλάξ, τοῦ ὁποίου καὶ ἡ ἄνοδος εἶναι αὐστηρῶς ἐντὸς ὡρισμένων πλαισίων περιωρισμένη. Ὅτι δὲ τέλος ὁ μεταφυσικὸς οὐδὲ τὸ ζῷον, οὐδὲ τὸν βλάκα δύναται νὰ περιπλέξῃ εἰς τροχούς, τοῦτο εἶναι εὐνόητον ἐκ τοῦ γεγονότος, ὅτι οὗτος φέρεται ἐπὶ τοῦ Πηγάσου...
VI
10. Ὡς πρὸς τὴν κοινωνικὴν προέλευσιν τῶν βλακῶν διαπιστοῦται ὅτι ἡ παραγωγὴ βλακῶν δὲν εἶναι ταξική. Ἡ πονηρὰ φύσις δὲν ἔδωκεν εἰς ὡρισμένην τινὰ κοινωνικὴν τάξιν τὸ ἐπίζηλον τοῦτο προνόμιον. Ἐπεδαψίλευσεν ἴσως ὡς φαίνεται, εἰς τὴν ἑκάστοτε ἄνω τάξιν τοὺς διασκεδαστικωτέρους ἁπλῶς τύπους βλακῶν, ἀλλὰ δὲν ἐστέρησεν οὐδεμίαν ἄλλην κοινωνικὴν τάξιν τῆς σοβαρᾶς συμβολῆς των. Ὁ βλὰξ ὑπουργός, ὁ ἀγόμενος καὶ φερόμενος ὑπὸ τῶν ὑπαλλήλων του καὶ τὰ μέλη ἑνὸς ἐργατικοῦ σωματείου, τὰ ὁποῖα ἐκμεταλλεύεται ὁ πονηρὸς ἐργατοκάπηλος, ἀποτελοῦν δυὸ ἀντίθετα παραδείγματα τοῦ γεγονότος, ὅτι ἡ βλακεία δὲν ἔχει ταξικὴν τὴν πατρίδα.
Ψυχολογικὰ δὲ εἶναι κυρίως τὰ περιεχόμενα, τὰ ὁποῖα δημιουργοῦν τὰς ποικιλίας καὶ παραλλαγὰς μεταξὺ τῶν βλακῶν. Ὁ fils a papa τῆς ἄνω τάξεως, ὁ ὁποῖος λόγω φυσικῆς ἀτροφίας τοῦ βουλητικοῦ του κόσμου, λαμβάνει σοβαρῶς ὑπ᾿ ὄψιν τὴν ἀτελεύτητον σειρὰν τῶν ἀπαγορεύσεων τῆς οἰκογενείας του, στερούμενος δὲ καὶ ἰδῖας πνευματικότητος, καταντᾷ εἰς τὸ τέλος τύπος χωρὶς τὴν ἐλαχίστην προσωπικότητα, ὀνομάζεται ὑπὸ τῆς τάξεώς του ἐπιεικέστατα «καλὸ παιδί», εἰς δὲ τὴν ἀντικειμενικὴν διάλεκτον θὰ ἠδύνατο νὰ ἀποκληθῇ «εὐπρεπὴς βλάξ», ἐνῷ τὸ «τέκνον τοῦ λαοῦ» εἰς τὴν αὐτὴν περίπτωσιν ὀνομάζεται ὑπὸ τοῦ εὐφυεστέρου καὶ κυριολεκτοῦντος λαοῦ δραστικώτατα «κόπανος». Σημαντικῶς αὐστηροτέρα εἶναι ἑπομένως ἡ φυσικὴ ἐπιλογὴ ἐντὸς τῆς κάτω τάξεως: ἐνῷ λ.χ. ὁ fils a papa εἰς τὴν μαθητικὴν ἡλικίαν τυγχάνει τῆς ἀγωγῆς, τῶν μορφωτικῶν μέσων καὶ τῶν περιποιήσεων τῆς τάξεώς του καὶ παραμένει ψυχικῶς ἀμείωτος, ὅπερ ἐπαυξάνει τὴν γελοίαν αὐτοπεποίθησίν του εἰς πρεσβυτέραν ἡλικίαν, δυνάμενος νὰ φθάσῃ ἀνενοχλήτως καὶ εἰς ὑψηλὰ ἀξιώματα, ἡ δὲ ἀτομική του ὕπαρξις ὡς μὴ ὤφειλε, εἶναι γνωστὴ ἐν τῇ κοινωνίᾳ. Ἀντιθέτως τὸ τέκνον τοῦ λαοῦ καὶ σκληρώτερον χειραγωγεῖται ὑπὸ τῶν γονέων του καὶ τῶν συμμαθητῶν τοῦ ἐν τῷ σχολείῳ μέχρι πλήρους ψυχικῆς ἐξουθενώσεως διὰ σκληρᾶς ὑποτιμήσεως, προπηλακισμῶν, φαρσῶν, ὕβρεων καὶ βιαιοπραγιῶν καὶ δυσκολώτερον εἶναι κατόπιν τούτων ν᾿ ἀνέλθῃ τὴν κοινωνικὴν κλίμακα, ὁ δὲ βλὰξ τῶν λαϊκῶν τάξεων οὕτως καὶ συμπαθέστερος εἶναι καὶ ἄγνωστος καὶ ἀκινδυνώτερος καὶ ὀλιγώτερον γελοῖος, καθ᾿ ὃ σεμνότερος καὶ ἐστερημένος τῆς αὐτοπεποιθήσεως ἢ ἐπάρσεως τοῦ βλακὸς τῶν ἄνω τάξεων, εἰς τὸν ὁποῖον λόγω ἀτροφίας τοῦ βουλητικοῦ του καὶ τῆς μαλθακότητος τοῦ οἰκογενειακοῦ του περιβάλλοντος προστίθεται ἔστιν ὅτε καὶ ἀηδὴς γυναικωτὸς χαρακτήρ. Ἑνιαῖον ὅμως εἶναι τὸ πνευματικὸν προλεταριᾶτον πάσης ταξικῆς καταγωγῆς.
VII
11. Ἡ ἠθικὴ τέλος σχέσις μεταξὺ βλακὸς καὶ ἐπιτηδείου ἢ ἀπατεῶνος εἶναι ἀπροσδοκήτως διάφορος τῆς ἣν ἐκλαμβάνει συνήθως ἡ «κοινὴ γνώμη». Ὁ συνήθης κοινωνικὸς ἄνθρωπος θεωρεῖ τὸν ἐπιτήδειον καὶ τὸν ἀπατεῶνα ὡς ἀνηθίκους μέν, ἀλλ᾿ ὡς ὑποδιαιρέσεις τοῦ εὐφυοῦς. Ὅλως τὸ ἀντίθετον ὅμως συμβαίνει: ὁ ἐπιτήδειος καὶ ὁ ἀπατεὼν εἶναι ἀκριβῶς ὑποδιαιρέσεις τοῦ βλακός. Καὶ ἰδοὺ πῶς. Εἴπομεν ἀνωτέρω ὅτι ἡ πονηρία, ἐκτὸς ἐὰν εἶναι μέσον ἀμύνης τῶν εὐφυῶν οὐχὶ κατὰ τῶν βλακῶν ἀλλὰ κατὰ τῆς πονηρίας των, ἀποτελεῖ φυσικὴν ἰδιότητα τῶν βλακῶν καὶ δὴ φυσικὴν συνέπειαν τοῦ γεγονότος, ὅτι, λόγω ἀτροφίας τοῦ νοητικοῦ τῶν μηχανισμοῦ, ἀποτελεῖ αὕτη τὴν μόνην ἄμυναν αὐτῶν κατὰ πάσης ἔξωθεν ἐπιθέσεως. Ἀπὸ τῆς διαπιστώσεως τῆς ἀληθείας ταύτης μέχρι τῆς ἀκολούθου ἀληθείας ὑπάρχει ἓν καὶ μόνον βῆμα: ὅτι μόνον ὁ πνευματικῶς ἀνάπηρος ἔχει ἀνάγκην τῆς ἐπιτηδειότητος καὶ τῆς ἀπάτης διὰ νὰ προωθηθῆ ἢ νὰ ἐπικρατήση. Οὐδεὶς ἄνθρωπος ἀξίας ἔχει ἀνάγκην νὰ γίνῃ ἐπιτήδειος ἢ ἀπατεών. Ἡ καθημερινὴ κοινωνικὴ πεῖρα διδάσκει ὅτι τὰ ἐπίθετα ταῦτα οὐδέποτε κατώρθωσαν νὰ «κολλήσουν» εἰς ἀνθρώπους πραγματικῆς ἀξίας, οἱ ὁποῖοι, ἐὰν ὑπῆρξαν μισητοί, ἐχαρακτηρίσθησαν ἴσως ὡς «κακοί», ὡς «καταχθόνιοι», ὡς «γόητες», ὡς «τορπιλληταί» ἢ ὡς «λιβελλογράφοι», οὐδέποτε ὅμως ὡς ἐπιτήδειοι ἢ ἀπατεῶνες, καὶ ὅταν ἀκόμη ὑπῆρξαν συντηρητικοὶ εἰς τὰς σχέσεις τῶν μετὰ τῶν λοιπῶν ἀνθρώπων καὶ κατώρθωσαν πάντοτε νὰ προωθηθοῦν ἢ νὰ ἐπικρατήσουν. Ἀπόλυτος ἐσωτερικὴ συνέπεια τῆς πνευματικῆς ἀναπηρίας τοῦ βλακὸς εἶναι ἄλλως τὲ ὄχι μόνον ἡ ἀγελαία του τάσις, ὄχι μόνον ἡ προώθησίς του «πλάτην μὲ πλάτην» μὲ τὴν λεγεῶνα τῶν ὁμοίων του, ὄχι μόνον ἡ προσφυγὴ εἰς τὰ εὐτελέστερα μέσα τῆς ἐπιτηδειότητος, τὴν ἔλλειψιν ἀντιθέτου γνώμης, τὴν προσφορὰν εὐκόλων καὶ ἀνηθίκων ἐκδουλεύσεων καὶ τὴν κολακείαν, ἀλλὰ καὶ ἡ συστηματικὴ ἀποφυγὴ πάσης συγκρούσεως καὶ πάσης μάχης. Καὶ ὅταν ἀκόμη ὁ βλάξ, ὑπὸ τὴν μορφὴν τοῦ ἐπιτηδείου ἢ τοῦ ἀπατεῶνος, ἐξαναγκασθῇ νὰ δώσῃ μάχην, θὰ δώσῃ αὐτὴν διὰ τῶν πνευματικῶς εὐκολοτέρων καὶ συνεπῶς τῶν ἀνηθικωτέρων «ὅπλων»: τοῦ ψεύδους, τῆς διαστροφῆς, τῆς ρᾳδιουργίας καὶ τῆς συκοφαντίας.

Ἐξ οὗ ἕπεται τὸ ἀκλόνητον δόγμα: καὶ ἡ ἀνηθικότης εἶναι ἀποκλειστικὸν προνόμιον τῶν βλακῶν!