Το Μέγα Αλφαβητάριον, του, Μιχαήλ Παπα Γεωργίου του
Σιατιστέως.
Ενετίησιν αωστ΄-1806. Παρά Πάνωι Θεοδοσίου τωι εξ Ιωαννίνων. (6η
έκδοση 1806, 1η Βιέννη, Ιλλυρικό Τυπογραφείο 1771). [1]
Το βιβλίο αυτό, αποτελεί μορφικό πρότυπο για μια ολόκληρη
σειρά αλφαβηταρίων και πρώτο-σχολικών βιβλίων που θα εκδίδονται για πολλά
χρόνια, από τα τέλη του 18ου μέχρι σχεδόν τα μέσα του 19ου αιώνα, ακόμη και
μετά την Απελευθέρωση, οπουδήποτε νέοι δυναμικοί Έλληνες έμποροι βρίσκονται. Αν
και η νεοδημιούργητη ελληνική εμπορική αστική τάξη έχει ήδη έλθει σε κοινωνία με τις αρχές του
Ορθού λόγου και του Διαφωτισμού, τα Αλφαβητάρια αυτά θα εκδίδονται, θα
μεταφέρονται και θα διανέμονται όπως και οι χάρτινες εικόνες Αγίων και
εκκλησιών, οπουδήποτε υπάρχουν ελληνόφωνοι και ορθόδοξοι πληθυσμοί στην
Βαλκανική. Η δαπάνη για την παραγωγή τους καλύπτεται από Έλληνες, κυρίως
εμπόρους, δασκάλους, αρχιερείς και ναυτικούς ανεξάρτητα από το οικονομικό και ακόμα από το μορφωτικό τους υπόβαθρο. Οι οικονομικοί
συνδρομητές της κάθε έκδοσης αναφέρονται στο τελευταίο, και συχνά πολυσέλιδο,
μέρος του κάθε βιβλίου. Αντίθετα όταν ο χορηγός είναι ένας, συνήθως
μεγαλέμπορος ή αξιωματούχος της Οθωμανικής αυτοκρατορίας αναφέρεται στο
εξώφυλλο πάνω από το όνομα του τυπογράφου, όπως αυτό της Βιεννέζικης έκδοσης του 1771.
Στο εξώφυλλο της έκδοσης του 1806 αναφέρεται η φράση "Με την Κυριαρχική Άδεια-Con Sovrana Permissione". Αυτό είναι φυσικό, αφού προέρχεται από
τυπογραφείο της Βενετίας έχοντας ήδη υποστεί την παπική λογοκρισία. Το
Αλφαβητάριο αυτό, που θεωρείται και το παλαιότερο των έντυπων Ελληνικών Αλφαβηταρίων,
έχει γνωρίσει σειρά εκδόσεων από το
1771 μέχρι και το 1818, στο καθένα σχεδόν από τα παροικιακά κέντρα της
Διασποράς και τα τυπογραφεία τους[2]. Πόσο πρωτότυπο όμως είναι σαν εκπαιδευτικός
οδηγός αυτό το βιβλίο και πόσο προσαρμοσμένη είναι η ύλη του στις ανάγκες του
ελληνόφωνου πληθυσμού που ζει διασκορπισμένος στην Οθωμανική Αυτοκρατορία;
Το Αλφαβητάριο αυτό δεν απευθύνεται μόνο σε παιδιά της
ηλικίας που μαθαίνει για πρώτη φορά ανάγνωση, αλλά και σε παιδιά που βρίσκονται σε πιο προχωρημένο στάδιο και
γιατί όχι και σε ενήλικες.
Χωρίζεται σε δύο μέρη, άνισα μεταξύ τους. Στο πρώτο μέσα
σε 14 σελίδες, «…περιέχονται τα Εικοσιτέσσαρα Γράμματα διαφόρως γεγραμμένα, αι συλλαβαί,
αι συντείνουσαι προς την ορθήν ανάγνωσιν Προσωδία, η ανήκουσα τοις παισί
Προσευχή,….», ενώ στο δεύτερο, από 23 σελίδες κομμάτι περιέχονται «τα αναγκαία προς Σωτηρίαν». Στο
υπόλοιπο, τριών σελίδων, κομμάτι του
δεύτερου μέρους, περιέχονται «ο
Πίναξ των Λογαριασμών των
Ελληνικών ψηφίων, ο Πυθαγορικός Πίναξ,
και τελευταίον αι κατά συντομίαν γεγραμμέναι Συλλαβαί».
Εντυπωσιακό
είναι το κεφάλαιο «Περί των αναγκαίων
προς σωτηρίαν» όπου το κείμενο ρέει με τη μορφή ερωταποκρίσεων ανάμεσα σε
μαθητή και δάσκαλο και έχει τη μορφή εξέτασης. Ο Δάσκαλος ρωτάει και ο μαθητής
απαντάει εξεταζόμενος, σε εκκλησιαστική γλώσσα,
αντίθετα με τις ερωτήσεις του φιλομαθή και περίεργου μαθητή στο «Πηγή
του Φωτός- Elucidarium» του Honorius d Autun, που στα 1508 εγκαινιάζει την μέθοδο
του προφορικού διαλόγου ανάμεσα σε δάσκαλο και μαθητή. Ο Παιδαγωγικός Διδακτισμός, όμως, που η Ντενί
Εσκαρπί περιγράφει, είναι κοινός τόπος
για τα Ελληνικά Αλφαβητάρια της περιόδου αυτής[3]. Τα «αναγκαία
προς σωτηρίαν» λοιπόν αφορούν, αποκλειστικά, τα δόγματα της Ορθόδοξης
εκκλησίας, όπως αυτά διαμορφώθηκαν από τις Συνόδους του Πατριαρχείου. Έτσι διαβάζουμε στην σελίδα
30 του Αλφαβητάριου αυτού:
« Δ(άσκαλος): Ποία είναι η Πέμπτη
εντολή της Εκκλησίας;
Μ(αθητής): Να μην διαβάζονται τα
Βιβλία των αιρετικών, μήτε να ακούηται η βλάσφημος διδασκαλία των, από εκείνους
όπου δεν είναι γεγυμνασμένοι εις την
αγίαν Γραφήν και εις ταίς επιστήμαις». Είναι φανερό εδώ
ότι ο φόβος των προπαγανδιστικών
ενεργειών, που μέχρι τότε είχαν εκδηλωθεί από τις Δυτικές εκκλησίες, παραμένει
ενεργός. Παράλληλα η οικονομική διαφθορά της Εκκλησίας φαίνεται ότι είναι
ανησυχητική, αφού σαν όγδοη εντολή αναφέρεται: «Να μην αποτολμώσιν οι κοσμικοί να παίρνουσι βιαίως τα εκκλησιαστικά
πράγματα και να τα μεταχειρίζονται εις εδικαίς των χρείες, αλλ’ ούτε οι
Αρχιερείς οπού αρχιερατεύουσιν εις καμμίαν εκκλησίαν να αποξενώνουσι τα άσπρα[4] ή τα άλλα κινητά της
πράγματα, οπού της έρχονται…».
Είναι φανερό πώς, εδώ, ο εκπαιδευτικός
στόχος του βιβλίου υποσκελίζεται από την κατηχητική σκοπιμότητα. Η διοχέτευση θρησκευτικών και ηθικών αξιών
είναι σε πρώτη προτεραιότητα, αφού η θρησκευτική και η γλωσσική ενότητα πρέπει
να προστατευθούν. Θα μπορούσαμε μάλιστα να ισχυριστούμε ότι αυτός είναι,
εδώ, ο πραγματικός στόχος της
διδασκαλίας της γλώσσας.
Είναι δύσκολο να αναγνωρίσουμε τους
εικονογράφους των Αλφαβηταρίων αυτών, αφού οι λιγοστές εικόνες τους είναι ανυπόγραφες. Τα τυπογραφικά κέντρα των
αλφαβηταρίων όμως, συμπίπτουν με αυτά όπου εκτυπώνονται κατά τον 17ο
και 18ο αιώνα οι παλαιότερες των «χάρτινων εικόνων», δηλαδή τα
μονόφυλλα ορθόδοξα θρησκευτικά χαρακτικά. Οι χαλκογραφημένες εικόνες, που και
αυτές εκτυπώνονται με δαπάνη των Ελλήνων εμπόρων της Διασποράς, στη Βενετία, τη
Βιέννη και αργότερα στη Μόσχα, διανέμονται
δωρεάν από τα μοναστήρια, «χάριν ευλογίας». Χρησιμοποιούνται έτσι με
σκοπό να συσφίξουν τις σχέσεις των μοναστηριών με τον έξω κόσμο και να
επιτύχουν χρηματοδοτήσεις των σκοπών τους από τους πιστούς[5]. Το
ύφος τους είναι έντονα επηρεασμένο από
Δυτικά εικονογραφικά πρότυπα. Από τα τέλη του 18ου αιώνα
οργανώνονται χαλκογραφικά εργαστήρια στο Άγιο Όρος, γεγονός που συμβάλλει στην
επικράτηση μιας πιο συντηρητικής και απλοϊκής τεχνοτροπίας, απαλλαγμένης από τα
Δυτικά δάνεια. Οι «χάρτινες εικόνες» από το Άγιο Όρος όχι μόνο διαδόθηκαν στους
χριστιανικούς πληθυσμούς της Βαλκανικής, αλλά και επηρέασαν θεματογραφικά τη
θρησκευτική ζωγραφική του δεύτερου μισού του 19ου αιώνα στην Ελλάδα
και ιδιαίτερα στην υπόδουλη Μακεδονία[6].
Η
εικονογράφηση του αλφαβηταρίου του Παπά- Γεωργίου είναι φτωχή. Υπάρχει μόνο μία
παράσταση της Αγίας Τριάδας στο πίσω μέρος του πρώτου φύλου, το Verso είναι λευκό. Υπάρχει κυκλική γραφή
γύρω από την εικόνα, ΕΙΣ ΘΕΟΣ-Η ΑΓΙΑ
ΤΡΙΑΣ-ΤΩΝ ΟΛΩΝ. Στο κάτω μέρος υπάρχει απόσπασμα από το Κατά Ιωάννην ε΄.ζ,
«Τρείς εισίν οι μαρτυρούντες εν τώ
ουρανώ, ο Πατήρ, ο Λόγος και το Άγιον Πνεύμα, και ούτοι οι τρείς έν εισίν».
Η παράσταση της Αγίας Τριάδας είναι Δυτικής τεχνοτροπίας, τόσο στην πλαστική
της διατύπωση όσο και στην θεματική της.
Στην Ορθόδοξη εικονογράφηση η Αγία Τριάδα
αναπαρίσταται μόνο στη «Βάπτιση» και στην «Φιλοξενία του Αβραάμ». Η περιστερά ως σύμβολο του Αγίου
Πνεύματος είναι κάτι αρκετά παλιό, αν και χρησιμοποιήθηκε με φειδώ στην
εκκλησιαστική διακοσμητική. Στη «Βάπτιση» ο Πατήρ παριστάνεται σαν χείρα ευλογούσα και το άγιο
Πνεύμα σαν άσπρο περιστέρι με
φωτοστέφανο, οι «Δόξες» τους, από σύννεφα και ακτίνες, απολήγουν στο φωτοστέφανο του Χριστού και
περιβάλουν και τα δύο σύμβολα. Αντίθετα στη «Φιλοξενία του Αβραάμ»
αναπαρίστανται σαν Άγγελοι.
Ο Ευσέβιος Καισαρείας, ο “πατέρας της
εκκλησιαστικής ιστορίας” που έζησε τον τέταρτο αιώνα, μας λέει ότι ήδη από τον
πρώτο αιώνα η Εκκλησία χρησιμοποιούσε την εικόνα της «Φιλοξενίας του Αβραάμ»
σαν τύπο και όχι σαν ομοίωση της Αγίας Τριάδας. Ας μην ξεχνάμε ότι
η Βυζαντινή εικονογραφία υποκαθιστά τα άγραφα κείμενα της Ιεράς
Παράδοσης. Πουθενά αλλού δεν απεικονίζονται ούτε ο Πατήρ σαν άνθρωπος αλλά ούτε και ο Χριστός να κρατάει το σταυρό
του και να κάθονται στα σύννεφα. Φυσικά δεν υπάρχει, σαν παράσταση, ούτε η
Ανάσταση παρά μόνον η «εις Άδην κάθοδος». Είναι επόμενο όμως να υπάρχει τέτοιου είδους παράσταση σε εκκλησιαστικής
προέλευσης βιβλίο της περιόδου αυτής, αφού από τον 17ο αιώνα, μετά
δηλαδή την συνθηκολόγηση του Χάνδακα (1669), υπεισέρχονται και στη δογματική
εικονογραφία τα Δυτικά φυσιοκρατικά στοιχεία, όπως τα ροδομάγουλα
αγγελούδια, τα μη γεωμετρικά
διακοσμητικά στοιχεία και τα νατουραλιστικά φόντα. Οι επηρεασμοί από τη Δυτική
εικονογραφία απαντώνται σπάνια, ειδικά σε παραστάσεις που δεν υπάρχουν
προγενέστερα πρότυπά τους κατά την Βυζαντινή περίοδο. Γνωρίζουμε ότι ο Θωμάς
Μπαθάς (1554-1599), ήδη τον 16ο αιώνα χρησιμοποίησε σαν πρότυπο για
την μορφή του Θεού Πατρός γερμανικά χαρακτικά, όπως μία ξυλογραφία του Durer
[7].
Η
γονιμοποιός διεργασία της στιλιστικής αλληλεπίδρασης όμως επιτελείται συχνότερα
από τους μικρογράφους των χειρόγραφων κωδίκων, πού εμπνέονται από φορητές
εικόνες και τοιχογραφίες, στη Βενετία και την Κρήτη. Οι ζωγράφοι αυτοί
διδάσκονται και επηρεάζονται από την Ιταλική ζωγραφική της Αναγέννησης και τον
Μανιερισμό. Στα έργα τους χρησιμοποιούν και τις δύο τεχνοτροπίες, αφού οι πελάτες
τους αγαπούν την παραδοσιακή Βυζαντινή ζωγραφική όσο και την νεωτεριστική
Ιταλική. Οι ζωγράφοι σαν τον Γεώργιο Κλόντζα (Χάνδακας 1540-1608;) διατηρούν
τον έντονα αφηγηματικό μικρογραφικό χαρακτήρα της τέχνης τους και στις
θαυμάσιες, συνήθως, φορητές εικόνες που δημιουργούν. Η χρήση του χαρτιού έχει
ήδη γενικευτεί από τους Παλαιολόγειους ακόμα χρόνους και τα ξυλογραφημένα αντίτυπα εικόνων έχουν κάνει
ήδη την εμφάνισή τους σαν σχεδιαστικό βοήθημα που στη συνέχεια θα
επιζωγραφίζεται στα χειρόγραφα λειτουργικά βιβλία πού προέρχονται από τα αντιγραφικά εργαστήρια των
μεγάλων μοναστηριών του Αγίου Όρους και του Σινά.
Η
εικονογραφία που προέρχεται από τα πρότυπα των εικονογραφημένων Βίβλων της
εποχής της Μεταρρύθμισης επηρεάζει και ουσιαστικά διαπλάθει τη μορφή, την
αισθητική και την θεματογραφία τόσο του χειρόγραφου βιβλίου όσο και διά μέσου
αυτού την μεταβυζαντινή μνημειακή τέχνη. Οι εικονογραφημένες, από καλλιτέχνες
σαν τον Lucas Cranach και Hans Holbein
τον νεότερο, Βίβλοι δίνουν έμπνευση και εικονογραφικά πρότυπα για
ολόκληρους θεματικούς κύκλους εικονογράφησης της Αποκάλυψης του Ιωάννη, στην
μνημειακή ζωγραφική των
μοναστηριών του Αγ. Όρους κατά τον 16ο αιώνα, θέμα σχετικά
σπάνιο στα ελληνικά χειρόγραφα βιβλία. Η αισθητική των μεταβυζαντινών χειρογράφων
διαμορφώνεται σημαντικά μέσα από την διακοσμητική των περίτεχνων πλαισίων και
των μοτίβων τους με φυτικές και ζωικές
διακοσμήσεις. Η υπερβολή στη χρήση του «κοσμήματος» και ο διακοσμητικός
κορεσμός της σελίδας συνδέουν τη διακόσμηση αυτή με την τέχνη του ευρωπαϊκού
Μπαρόκ και του Ροκοκό. Όμως οι ρυθμοί αυτοί μεταφέρονται στον Ανατολικό
Ορθόδοξο χώρο σε ένα επίπεδο «λαϊκής τέχνης» αφού τόσο οι τεχνίτες τους όσο και οι αποδέκτες τους
προέρχονται από τους χώρους των πιστών των αγροτικών πληθυσμών.
Η ανθρώπινη
μορφή βέβαια και οι αξίες της δεν
χάθηκαν μέσα στη λαμπρότητα της διακόσμησης, ούτε υπέκυψαν στο ανεικονικό κύμα
που σάρωσε κάποτε το Βυζάντιο[8]. Η
πορεία της εικονογράφησης και γενικότερα της βυζαντινής τέχνης την περίοδο αυτή
καθορίζεται από την ακροβατική περιδιάβαση της ανάμεσα στο αντικλασικό και το
κλασικό. Ο διπολισμός ανάμεσα στο κλασικό- αντικλασικό ήταν το στοιχείο εκείνο
που καθόρισε αυτή την πορεία, όχι σα λείψανο μιας ξεχασμένης αρχαιότητας, αλλά σαν ένας γονιμοποιητικός
παράγοντας πού εξασφάλισε την δυνατότητα και την δυναμική της τέχνης αυτής για
ανανέωση και προσαρμογή της στις νέες παραμέτρους. Το αντικλασικό, με βαθιές ρίζες στην πανάρχαια παράδοση, ήταν ένα από τα
ρεύματα που προστάτευσαν το κλασικό στοιχείο της τέχνης αυτής από τον κίνδυνο
να γίνει ένα στεγνό, νεκρό απολίθωμα. Η καινούρια αυτή μορφή τής βυζαντινής
τέχνης ακτινοβολεί στον Ορθόδοξο κόσμο, με κύριους φορείς της τους μικρογράφους
και τους κωδικογράφους που προέρχονται από τον ελλαδικό χώρο και περιπλανώνται
από την Βουλγαρία στην Πολωνία για να καταλήξουν στην «Μοσχοβία», πόλο έλξης
και τόπο συγκέντρωσης καλλιτεχνών. Οι Οσποδάροι της Μολδαβίας και της Βλαχίας
με τις δωρεές και την υποστήριξη τους στα ορθόδοξα θρησκευτικά κέντρα έχουν διαμορφώσει
έναν ευνοϊκό βιότοπο για αυτούς. Τελικά ο κύκλος της εικονογράφησης του
ορθόδοξου χειρόγραφου βιβλίου θα κλείσει αρκετά αργότερα απ’ ότι του Δυτικού με
την επικράτηση της ξυλογραφίας και της χαλκογραφίας.
Στα 1620 στην Αμβέρσα κυκλοφορεί το Ιησουϊτικό
βιβλίο εμβλημάτων, το «Via vitae eternae, Το μονοπάτι της εσωτερικής ζωής», του Boetius a Bolswert με χαλκογραφημένη αλληγορική
παράσταση της ψυχής του ανθρώπου στο
μονοπάτι προς τον Τελικό Κριτή.
Εκεί η
ψυχή του πιστού πρέπει να περάσει
ανάμεσα στο διάβολο και τον άγγελο που περιμένουν και καταγράφουν, προφανώς
αμαρτίες, σκαρφαλωμένοι σε φοινικόδεντρα -σύμβολο των Αγίων Τόπων- για να
καταλήξει τελικά, εν μέσω πλήθους ψυχών «δικαίων», μπροστά στην Αγία Τριάδα,
παρόμοιας μορφής με του Αλφαβηταρίου μας, που περιβάλλεται από ολόλαμπρη
«Δόξα». Είναι φανερό ότι η επήρεια από την εικονογράφηση των βιβλίων, στο
συντριπτικό τους ποσοστό θρησκευτικών, τον 16ο αιώνα είναι τόσο
ισχυρή σαν πρότυπο ώστε να λειτουργεί καταλυτικά οπουδήποτε κάποιο αντίτυπό
τους φτάνει. Οι καλλιτέχνες της εποχής, όπως γνωρίζουμε, χρησιμοποιούσαν
εικόνες από βιβλία, είτε θρησκευτικά είτε ανατομίας ή λευκώματα σαν πρότυπα. Στην Μεταβυζαντινή
εικονογραφική παράδοση η χρήση εικονογραφικών οδηγών και ανθιβόλων είναι
επιβεβλημένη λόγω της μαζικής παραγωγής των φορητών εικόνων και της ως εκ
τούτου τυποποίησης των εικονογραφικών τους θεμάτων. Οι εικόνες των Ιησουϊτικών βιβλίων διαδίδονται
τόσο γρήγορα, υιοθετούνται από τις προτεσταντικές εκκλησίες και τα σχολεία
τους, ενώ γεμίζουν ταυτόχρονα ανησυχία την δογματική ορθόδοξη ανατολή.
Το 1666, η Πανορθόδοξη Σύνοδος που έγινε στη Μόσχα
καταδίκασε και απαγόρευσε ειδικά τις απεικονίσεις της Αγίας Τριάδας, του Θεού Πατρός με κάθε μορφή και του
περιστεριού-Αγίου Πνεύματος σε παραστάσεις φορητών εικόνων και τοιχογραφιών,
άλλες από αυτές των Θεοφανείων. Στη Σύνοδο αυτή παραβρέθηκαν περισσότεροι
Πατριάρχες απ’ ότι στην Τρίτη, στην Τέταρτη, στην Έκτη και στην Έβδομη
Οικουμενική Σύνοδο. Αποφάσισε λοιπόν: «Περί ζωγράφων και εικόνων. Απόφασις
ΝΑ΄: Κωλύομεν τάς αχαμνάς και αμαθείς ζωγραφίας
ανεπιστημόνων και ματαιοφρόνων ανδρών, και θέλομεν ότι από του νύν κάποιοι οπού
εσυνήθισαν αφ’ εαυτών να ζωγραφίζουν αγίας εικόνας, χωρίς καμμίαν μαρτυρίαν και
αληθινήν παράδοσιν, π.χ. τον Κύριον Σαβαώθ εις πολυποίκιλα και διάφορα είδη,
και ποιάς άλλας συνθέσεις παραξένους, και άλλα τοιαύτα ατοπήματα απρεπή,
εμποδίζομεν. Ορίζομεν δε από του νύν την εικόνα του Κυρίου Σαβαώθ πλέον μη
ζωγραφίζεσθαι ούτε εικονίζεσθαι, διότι τον Κύριον Σαβαώθ (ήγουν τον Πατέρα)
ουδείς είδε ποτέ φανέντα εν σαρκί, αλλά τον Χριστόν μόνον χρωματίζομεν, καθώς
εφάνη μετά σαρκός επί γης, και ουχί κατά την Θεότητα, ως ότι εστί και
απερίγραπτος ομού και ασχημάτιστος η Θεότης αύτη ομοίως και την Παναγίαν
Θεοτόκον και τους λοιπούς αγίους και φίλους του Θεού ζωγραφίζεσθαι κατά την σάρκα
και το είδος της σαρκός αυτών θέλομεν, κατά τον όρον της αγίας Εβδόμης
Οικουμενικής Συνόδου».
Το 1780, η τοπική Σύνοδος της
Κωνσταντινουπόλεως, με πρόεδρο τον Πατριάρχη Σωφρόνιο, καταδίκασε την εικονογραφική αναπαράσταση της
Αγίας Τριάδος με το Θεό Πατέρα σαν γέρο άνδρα. Αποφάνθηκε συνοδικώς ότι: «η ονομαζόμενη εικόνα της Αγίας Τριάδος, ως
πρόσφατη επινόηση, είναι ξένη και απαράδεκτη για την αποστολική και καθολική
Ορθόδοξη Εκκλησία. Διαδόθηκε στην Ορθόδοξη Εκκλησία από τους Λατίνους».
Αντίθετα όμως με το δογματικό μέρος της εικονογράφησης, που
γενικώς κυριαρχεί στις φορητές εικόνες και τις τοιχογραφίες του 17ου
αιώνα, δυτικότροπες παραστάσεις της Αγίας Τριάδας εμφανίζονται σε
χειρόγραφα ευαγγελιστάρια ήδη από τον 11ο αιώνα, όπως ο Κώδικας 587, του 1059 και ο Κώδικας
740, της Μονής Διονυσίου. Στη βιβλιοθήκη
του Βατικανού, υπάρχει ελληνικό χειρόγραφο, το «Ομιλίες του Αγίου Ιωάννου της
Κλίμακος», (MS. gr. 394, φύλλο 7), όπου απεικονίζεται ο Θεός Πατήρ καθισμένος
με το Χριστό στην αγκαλιά του και το Άγιο Πνεύμα σαν Περιστέρι στην αγκαλιά του
Χριστού. Δεν είναι παράδοξο λοιπόν που οι «χάρτινες εικόνες» και οι εικονογραφήσεις των βιβλίων του
18ου αιώνα, περιλαμβάνουν παραστάσεις της Αγίας Τριάδας παρόμοιου
τύπου.
Ο φόβος της διείσδυσης της καθολικής προπαγάνδας μέσω της
εικονογράφησης των θρησκευτικών έντυπων εικόνων, που ήταν ιδιαίτερα δημοφιλείς
και διαδεδομένες στα λαϊκά στρώματα στην Ορθόδοξη ανατολή, λόγω της μαζικής τους παραγωγής και
άρα της χαμηλής τους τιμής, τρομάζει ακόμα και το Τσαρικό ισχυρό Μοσχοβίτικο
πατριαρχείο. Είναι αλήθεια πώς οι χαλκογραφίες αυτές που είναι ιδιαίτερα
επιμελημένες και προέρχονται από έμπειρους τεχνίτες πλησιάζουν πολύ τη Δυτική
εικονογραφική παράδοση. Ο πατριάρχης
Μόσχας Ιωακείμ, σε εγκύκλιο του 1674, απαγορεύει τη χάραξη και εκτύπωση
θρησκευτικών θεμάτων, χωρίς όμως από όσο φαίνεται να καταφέρει να ανακόψει την
αυξανόμενη παραγωγή τους στην περιοχή. Αντίθετα, εκείνο το διάστημα
εμφανίζονται στη Ρωσία χαρακτικά, απλοϊκές ξυλογραφίες, κοσμικού περιεχομένου
πού εικονογραφούν ποιήματα, μύθους, αλληγορίες και σκηνές από την καθημερινή
ζωή των Ρώσων αγροτών. Οι εικόνες αυτές, πολλές φορές επιχρωματισμένες στο
χέρι, είναι τα γνωστά μας Loubok. Αργότερα, από τον Μεγάλο Πέτρο, θα οργανωθούν στα
αυτοκρατορικά οπλουργεία στη Μόσχα, εργαστήρια παραγωγής θρησκευτικών
χαρακτικών από ξένους τεχνίτες και φυσικά με Δυτικά πρότυπα, σε αντίθεση με τις
πρώιμες Ρωσικές ξυλογραφίες Βυζαντινότροπης τεχνοτροπίας (maniera Greca). Τα εργαστήρια αυτά θα προμηθεύουν
εικόνες στις Ορθόδοξες κοινότητες και ιδρύματα μοναστηριών σε όλη την
Βαλκανική, το Σινά και τα Ιεροσόλυμα, επηρεάζοντας έτσι τεχνοτροπικά την
Ορθόδοξη εικονογραφία.
Πέντε διαφορετικές σειρές από «χάρτινες» εικόνες με την
αναπαράσταση της Αγίας Τριάδας σαν θέμα γνωρίζουμε ότι έχουν τυπωθεί από το
1760 μέχρι το 1824 στις ελληνικές παροικίες της Ιταλίας και της Αυστρίας, στη
Βενετία το 1787, στη Βιέννη το 1793 και την Αγκώνα (πιθ) το 1823. Φαίνεται ότι
οι εικόνες της Ιταλίας είναι έργα
Ευρωπαίων χαρακτών, τα οποία μάλλον εκτελέστηκαν κατόπιν επιθυμίας και οδηγιών
των Ορθόδοξων αφιερωτών τους. Είναι φανερό ότι η παράσταση στην έκδοση της
Βενετίας από το τυπογραφείο του Π. Θεοδοσίου έχει σαν εικονογραφικό πρότυπο την
εικόνα της πρώτης έκδοσης στη Βιέννη. Η «χάρτινη εικόνα» της Βιέννης του 1793
έχει χαραχθεί από τον Ε. Μέσμερ συγγενή, πιθανότατα, του χαράκτη Θωμά Μέσμερ, ο
οποίος είχε συνεργαστεί, επί σειρά ετών, με τον ελληνόφωνο Σλάβο ιερομόναχο
Χριστόφορο Ζεφάρ, (Δοϊράνη, τέλη 17ου
αιώνα- Ρωσία, 1753), σε σειρές θρησκευτικών χαρακτικών. Ο Ζεφάρ, χαλκογράφος,
αγιογράφος και χρυσοκεντητής, που πιθανότατα διδάχθηκε τη ζωγραφική στο Άγιο
Όρος ή στη Θεσσαλονίκη, δούλεψε στη Βιέννη, ανάμεσα στα έτη 1741-1752,
εκτυπώνοντας μεγάλο αριθμό χαρακτικών με
δίγλωσσες επιγραφές καθώς και
εικονογραφημένα βιβλία στη σερβική και ελληνική. Εκτός από τη σέρβικη
πελατεία του είχε σαν παραγγελιοδότες και αρκετούς Έλληνες της Βιέννης. Το ύφος
των χαρακτικών του είναι, πλαστικά, ένα
στιλιστικό υβρίδιο Δυτικότροπο, με Ορθόδοξη όμως θεματογραφία.
Η Σέρβικη θρησκευτική
χαρακτική, επίσης, θα ευθυγραμμιστεί ακόμη περισσότερο με τα δυτικοευρωπαϊκά
Μπαρόκ πρότυπα από τα μέσα έως το τέλος του 18ου αιώνα με το έργο
του χαράκτη Ζαχαρία Ορφελίν. Από τις αρχές όμως του 19ου αιώνα θα
εμφανίσει μια πιο λαϊκή έκφραση κάτω από
την επίδραση της αγιορείτικης μοναστικής παράδοσης.
Συμπερασματικά θα λέγαμε ότι ο έλεγχος πού ασκείται στην εικονογραφία
της ζωγραφικής των τοιχογραφιών και των φορητών εικόνων από την ορθόδοξη
εκκλησία μοιάζει σαν να μην αφορά το έντυπο ή ακόμα και το χειρόγραφο βιβλίο
όπως επίσης και την αντίστοιχη των «χάρτινων εικόνων», παρά το αδιαμφισβήτητο
γεγονός της χρήσης τους σαν εικονογραφικών προτύπων, ενδεχόμενα αντιδογματικών,
παραστάσεων. Ο λόγος είναι προφανής, η αφηγηματική δύναμη πού έχουν τόσο οι
«χάρτινες εικόνες» όσο και οι των
βιβλίων, παρότι εξυπηρετούν παρόμοια ανεκδοτολογική λειτουργία με τις
εκκλησιαστικής χρήσης εικόνες, δεν ενοχλεί ιδιαίτερα την εκκλησία, αφού δεν
είναι παρ όλα αυτά λατρευτικά αντικείμενα. ……
[1] Η αναγραφή της χρονολογίας
1086, στο πρωτότυπο εξώφυλλο, είναι μάλλον
δημιούργημα του «Δαίμονα του τυπογραφείου», που προφανώς σύχναζε από τότε ακόμα
και στα Βενετσιάνικα τυπογραφεία της Τουρκοκρατίας, αφού στον 11ο αιώνα δεν μπορούμε να
μιλάμε για τυπογραφία και έντυπες εικονογραφήσεις στον Ευρωπαϊκό χώρο.
[2]
Εκδόσεις του έχουμε κατά τα έτη 1771 στη Βιέννη, 1783 στο Βουκουρέστι, 1797 και
πάλι στη Βιέννη, 1800 στην Πέστη, στα 1804 και 1806 στη Βενετία. Από το: Κεφαληναίου, 1995, σελ
23-25 και 61-65.
[3] Escarpit D., Η παιδική και νεανική
λογοτεχνία στην Ευρώπη, Εκδόσεις Καστανιώτη, Αθήνα 1995, σελ. 21-22.
[4] Σαν «Άσπρα», εδώ αναφέρονται τα ασημένια
νομίσματα της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, αλλιώς γνωστά σαν «μετζίτια».
[5]
Κατάλοιπο των μεσαιωνικών αυτών «ζητειών» είναι και τα τυπωμένα χαρτάκια που
καρφιτσώνουν σήμερα στα πέτα των πιστών οι επίτροποι των εκκλησιών που
πανηγυρίζουν τον άγιο προστάτη της εκκλησίας,
παράσταση του οποίου, μαζί με της εκκλησίας, είναι εκτυπωμένη σε αυτά.
[6]Τούρτα
Α., Από την εισαγωγή στο Θρησκευτικά χαρακτικά από την συλλογή της Ντόρης
Παπαστράτου, Έκδοση Υπ. Πολιτισμού- 9η Εφορεία Βυζαντινών
Αρχαιοτήτων, Θεσσαλονίκη 1995. Η εικόνα που παρατίθεται ανάμεσα στο κείμενο
προέρχεται από το: Harthan John,
The
History of the Illustrated Book,
Thames
and Hudson Ltd.,
London ,1997, 1η 1981 και
είναι λεπτομέρεια του ανώτερου τμήματος της παράστασης του Ιησουϊτικού βιβλίου εμβλημάτων
«Via vitae eternae- Το μονοπάτι της εσωτερικής ζωής»,
του Boetius a Bolswert.
[7]
Βοκοτόπουλος Π., Η Κρητική ζωγραφική τον 16ο αιώνα, Ίδρυμα
Γουλανδρή Χόρν, Αθήνα 1993, σελ41.
[8] Βλέπε
σχετικά Ν. Πανσελήνου, Βυζαντινή
ζωγραφική, η βυζαντινή κοινωνία και οι εικόνες της εκδόσεις Καστανιώτη,
Αθήνα, 2000. «Η εικονομαχία» σελ.
129-134.
Η φιγούρα βέβαια του προφανώς
χωρικού κυνηγού απέχει πολύ από αυτές των «κυνηγετικών πορτραίτων» των Άγγλων
δανδήδων του 19ου αιώνα, μάλλον με φιγούρα «ληστού των ορέων»,
εμπνευσμένη από εικονογραφήσεις σε λαϊκά έντυπα της εποχής, μοιάζει. Το όπλο
του δεν είναι ένα κομψό και «υπογραμμένο» από κάποιον φημισμένο
τεχνίτη-οπλουργό κυνηγετικό δίκαννο σαν και αυτά πού παράγγελνε η
νεοδημιούργητη Ελληνική αστική τάξη στους οπλουργούς του Μπέρμινγκχαμ και της
Λιέγης την περίοδο του Μεσοπολέμου, αλλά το νικηφόρο των Βαλκανικών πολέμων το «
Η Φύση στο αλφαβητάριο
αυτό έχει την εικόνα μητέρας-μητριάς, η εξερεύνηση της παρουσιάζεται
επικίνδυνη, ενώ η καταιγίδα εδώ σαν σύμβολο ρήξης με την παράδοση. Από όσο φαίνεται οι παραστάσεις
αφορούν την εικόνα μιας οικογένειας αγροτικής καταγωγής που ζει στην πόλη
έχοντας πια κατοχυρώσει σημαντική θέση στην εκεί κοινωνική ιεραρχία. Η
δραστηριότητα των παιδιών έξω από το σπίτι διαδραματίζεται σε ένα ακαθόριστο
φυσικό περιβάλλον, στην εξοχή ή κοντά σε κάποιο χωριό. Οι σχέσεις των αστικών
παιδιών με την φύση και τα ζώα είναι σχέσεις αγάπης-φόβου. Είναι προφανές ότι το περιβάλλον αυτό είναι άγνωστο στα
παιδιά αφού ενώ φοβούνται τις
χελώνες, προσπαθούν ταυτόχρονα να
πιάσουν ζωντανό ένα χέλι . Εδώ θα μπορούσαμε να πούμε ότι το αστικό περιβάλλον
υπάρχει μόνο μέσα από την έντονη απουσία του.
Απεικονίζεται έντονα η
ζωή στο χωριό, η Μητέρα-Φύση σαν
δασκάλα, τα ζώα είτε άγρια είτε ήμερα ανήκουν στον «οικείο» παιδικό
χώρο-μικρόκοσμο. Η «Φύση» είναι παρούσα σαν
χλωρίδα με την μορφή τόσο των άγριων δέντρων όσο και των οπορωφόρων, της μηλιάς
της ροδιάς και της αμυγδαλιάς. Η πανίδα περιλαμβάνει τα κατοικίδια ζώα της
πόλης, γάτα και σκύλο που σχεδόν πάντα συνοδεύει τα παιδιά στις εξωτερικές τους
δραστηριότητες, όσο και τα σπιτικά ζώα του χωριού, αγελάδα, κατσίκα με τα
κατσικάκια της. Οι εικόνες για τα άγρια ζώα εδώ έχουν την μορφή του ποντικού
που πιάστηκε στην φάκα και την ψεύτικη εικόνα του φιδιού-παιχνιδιού που
δημιουργεί ένας από τους μικρούς μας
ήρωες με ένα κομμάτι σκοινί. Βέβαια η εικόνα του φόνου του «δράστη-θύματος»
ποντικού παραλείπεται, έχοντας λογοκριθεί εντελώς, αφού μάλιστα ο
«θύτης-τιμωρός» είναι η συμπαθέστατη γατούλα των παιδιών, η Χιόνα. Ένα άλλο
άγριο «ζώο» που παρουσιάζεται εδώ είναι το χελιδόνι που τα παιδιά πολύ
λυπούνται που φεύγει και χαίρονται μέσα από τα κείμενα όταν έρχεται. Σε
αντίθεση με το μεταναστευτικό χελιδόνι, η παρουσία του «περήφανου» και
πανέμορφου κόκορα είναι καθοριστική για την εικόνα της μικρής πανίδας του
αγροτικού σπιτικού τοπίου. Οι κότες και οι πάπιες κατέχουν απλά διακοσμητικό
ρόλο στα περιθώρια της σελίδας. Παρατηρούμε επίσης, ότι λείπουν οι εικόνες που
προϋποθέτουν θάνατο ζώου η ψαριού,
εικόνες δηλαδή από κυνήγι ή ψάρεμα.
Ο πατέρας απεικονίζεται σαν κυνηγός με τον
σκύλο των παιδιών. Τα ζώα που απεικονίζονται είναι του ημιαστικού σπιτιού.
Η πρώτη επαφή των παιδιών με
την φύση γίνεται στην πόλη μέσα από φυτά σε γλάστρα και κατοικίδια ζώα, ακόμα
και με τον αρκουδιάρη και την αρκούδα του, αλλά ολοκληρώνεται στο χωριό. Το
κυνήγι εδώ είναι σπιτικό παιχνίδι. Ο αρκουδιάρης, που φοράει αγροτικά ρούχα και
έχει ταγάρι, είναι αυτός που θα γνωρίσει στα παιδιά τη φοβερή αρκούδα, που όμως
εδώ χορεύει με το ντέφι, σύμβολο άραγε της επιβολής του ανθρώπινου μυαλού πάνω
στα ακατέργαστα ένστικτα του άγριου
ζώου; Τα έντομα στις εικόνες αυτές αντιπροσωπεύονται από τον συμπαθέστατο
τζίτζικα, τα πουλιά από τον σπίνο και τα σπουργίτια που ζητιανεύουν μερικά
ψίχουλα. Τα δέντρα από το πεύκο, αγαπημένο μοντέλο του ζωγράφου και την λεύκα.
Ο βάτραχος είναι μέρος παραμυθιού και τα αβγά των διαφόρων πουλιών μέτρο
μονάδας σύγκρισης.
Η
φύση υπάρχει κάπου δίπλα στην πόλη ή ακόμα και μέσα σε αυτήν κάπως σαν
ζωολογικός κήπος, τα ζώα έχουν σημαντικούς λόγους να υπάρχουν και όχι απλά
κοινωνικούς ρόλους. Οι άνθρωποι της υπαίθρου παρατηρούνται μέσα στο αστικό
τοπίο, όπως και τα καιρικά φαινόμενα. Η πόλη και το αστικό τοπίο είναι το
παιδικό σύμπαν, πλην ελάχιστων διδακτικών, όμως πάντα, εξαιρέσεων. Αυτό που
γίνεται εδώ ξεκάθαρο είναι ότι το αλφαβητάριο αυτό είναι ένας οδηγός για τα
παιδιά της πόλης που εξηγεί τον κύκλο της ζωής στη φύση. Αποκαθιστά τις εικόνες
των ζώων και των λειτουργιών που αυτά επιτελούν, μακριά από προκαταλήψεις και
δεισιδαιμονίες. Τα κοράκια παρότι είναι άσχημα και αντιπαθητικά επιτελούν ένα
συγκεκριμένο έργο. Ο λύκος, που εδώ δεν παριστάνεται καν η εικόνα του έχοντας
λογοκριθεί προσεκτικά, εκτός από το φοβερό ζώο που τρώει μικρά ζωάκια και
ενδεχομένως και παιδάκια, δεν παύει να είναι και ένα παιδικό παιχνίδι. Αντίθετα
η ακίνδυνη για τα παιδιά αλεπού, «που έχει τόοση την ουρά» ελεύθερα
παριστάνεται μοχθηρή. Η εικόνα του γαϊδαράκου, με την απαίσια φωνή, μπαίνει
δίπλα-δίπλα στο κλουβί με το αηδόνι, έτσι εύλογο θεωρείται πια το ερώτημα «ποιος από τους δυο κελαηδά πιο γλυκά»;
Το Φυσικό περιβάλλον αποτελεί έναν χώρο
απόλαυσης και παιχνιδιού. Εκτός από την αυλή της γιαγιάς και το περιβόλι του
παππού, η φύση υπάρχει ακόμα και μέσα στην πόλη. Η μητρότητα είναι ιερή και
σεβαστή ακόμα και στα ζώα
Η δεύτερη κατηγορία
περιλαμβάνει ένα μόνο άγριο ζώο, την πονηρή αλεπού, η οποία καταφέρνει όχι μόνο
να κλέψει τον πιο όμορφο κόκορα της αυλής, αλλά και να ξεφύγει από τα
κυνηγόσκυλα του παππού. Ο άνθρωπος όμως είναι πιο δυνατός από τη φύση, ή
τουλάχιστον ζει με αυτήν την ψευδαίσθηση. Έτσι η αλεπού κάποια μέρα θα πέσει
στο δόκανο του παππού και φυσικά θα πονέσει πολύ, σαν τιμωρία για αυτό που
τόλμησε. Ίσως η παράσταση αυτή να είναι από τις πιο φροντισμένες του βιβλίου,
αφού πραγματικά αριστοτεχνικά αποδίδεται η απαλότητα της γούνας, η σκληρότητα
της σιδερένιας δαγκάνας της παγίδας κι ο πόνος του ζώου. Το ζώο όμως είναι
«αμαρτωλό», έκλεψε, άρα πρέπει να τιμωρηθεί, χωρίς να συνυπολογιστεί ότι η
πράξη του αυτή είναι φυσικό επακόλουθο του κύκλου της ζωής.