Οι εκπαιδευτικές καινοτομίες που
υποστηρίχθηκαν από τις Ευρωπαϊκές ντιρεκτίβες για επιμόρφωση εκπαιδευτικών,
κυρίως στις επιστήμες της Αγωγής Υγείας, της Περιβαλλοντικής εκπαίδευσης και
της Πληροφορίας, όπως και την «Διαβίου εκπαίδευση», το ολοήμερο σχολείο και το
«Νέο Σχολείο-Σχολείο του 21ου αι», προσπαθούν να καλύψουν την χρόνια
συντηρητική αγκύλωση του ελληνικού «γνωσιοκεντρικού παραδοσιακού» ελληνικού
σχολείου. Είναι δύσκολο όμως να χρησιμοποιούμε σήμερα τον όρο «παραδοσιακό
σχολείο» αφού ο ρόλος των σχολικών προγραμμάτων, είναι καταφανέστατα ολοένα και
πιο ανεπαρκής ενώ ταυτόχρονα οι γενικοί σκοποί της εκπαίδευσης διαφοροποιούνται
μέσα στο χρόνο που μεσολαβεί από τον σχεδιασμό ως την εφαρμογή τους. Τα νέα
δεδομένα που προέρχονται από την
ανομοιογένεια της σχολικής τάξης, τις ραγδαίες επιστημονικές και τεχνολογικές
εξελίξεις, την πολιτισμική διεθνοποίηση και τα παγκόσμια περιβαλλοντικά
ζητήματα, δημιούργησαν από την μια πλευρά, την
σημερινή κοινωνική πραγματικότητα που απαιτεί νέες μορφωτικές και
κοινωνικές προσεγγίσεις. Οι σύγχρονες αντιλήψεις, από την άλλη, για την
πολυπλοκότητα της νοημοσύνης[1], την αξιοποίηση της
εμπειρίας, την αποτελεσματικότητα της
εργασίας σε ομάδες, την ενιαιοποίηση της γνώσης, τη διαθεματικότητα και την διεπιστημονικότητα,
δημιούργησαν την ανάγκη για ανοιχτές διδακτικές διαδικασίες. Γίνεται πια
εμφανής εδώ η ανάγκη υιοθέτησης ενός ολιστικού μοντέλου παιδαγωγικής δράσης και
η ανάγκη ισορροπίας μεταξύ γνωστικών και συναισθηματικών εκπαιδευτικών στόχων
όπως και η ανάγκη δημιουργικής επαφής με την
Τέχνη, τον Εθνικό αλλά και τον
Παγκόσμιο πολιτισμό [2].
Βέβαια αυτές οι «καινοτομίες» έχουν πολύ
μικρή σχέση με την λεξικογραφική έννοια του όρου, αφού πρώιμα στοιχεία της
Περιβαλλοντικής εκπαίδευσης, της «Διαβίου Εκπαίδευσης» των ενηλίκων, την
ομαδική εργασία όπως και την συνύπαρξη
των «Εθνικών» με τα «Κοσμοπολιτικά»/Υπερεθνικά πρότυπα, συναντάμε ακόμα και στα
Αλφαβητάρια της Εκπαιδευτικής Μεταρρύθμισης της Δημοτικής από τα χρόνια ακόμα
του Μεσοπολέμου. Το Learning by Doing
σίγουρα δεν είναι εφεύρεση του τέλους του 20ου αιώνα ή των αρχών του
21ου.
Σύμφωνα με τους εισηγητές τους, οι
καινοτομίες αυτές, στηρίζονται σε πρωτοπόρες
και πρωτότυπες ιδέες, οδηγούν
σε παρεμβάσεις που επιφέρουν αλλαγές
και ανατροπές, στη
νοοτροπία, στις πρακτικές, στους ρόλους όπως και στη γενικότερη
κουλτούρα του σχολικού συστήματος. Η σημαντικότερη ίσως καινοτομία που
προφανέστατα οφείλεται στην προσπάθεια σύγκλισης του ελληνικού σχολείου με τα
ευρωπαϊκά πρότυπα είναι η καθιέρωση του
ενεργητικού μοντέλου μάθησης μέσω της Ερευνητικής Εργασίας και του «Τεχνήματός [3]» της αλλά και των
Βιωματικών δράσεων. Αυτή δεν είναι ούτε πανεπιστημιακή εργασία αλλά ούτε
ευχάριστες δραστηριότητες χωρίς ακαδημαϊκό προσανατολισμό. Πρόκειται ουσιαστικά
για συλλογικές αλλά και προσωπικές έρευνες συντονισμένες από τον διδάσκοντα
μέσα σε ένα σύστημα ομαδικής επεξεργασίας με χρήση εννοιών, γενικεύσεων, αρχών,
γνώσεων και ικανοτήτων που αναγκαία ενυπάρχουν και απαιτούνται στα πλαίσια των
ΠΣ των μαθημάτων.
Στοχεύουν στην βαθύτερη κατανόηση των θεμάτων σχετικών με τον
φυσικό και κοινωνικό κόσμο, την ανάπτυξη της κριτικής σκέψης, της αυτο-κριτικής στάσης και των ικανοτήτων
επίλυσης προβλημάτων. επίσης Στην ανάπτυξη δεξιοτήτων και των ικανοτήτων
επικοινωνίας, συνεργασίας και έρευνας, την κατασκευή αντικειμένων και
συστημάτων, αλλά και την καλλιτεχνική έκφραση [4].
Η διαθεματικότητα και η ομαδοσυνεργατική
δράση πιστεύεται ότι προσαρμόζει τη μάθηση στα ενδιαφέροντα, τις ανάγκες, τις
δυνατότητες και τα στυλ μάθησης των μαθητών [5], ενώ αξιοποιεί πλήρως τη
δυναμική της ομάδας ως πλαίσιο μάθησης και ανάπτυξης[6] .
Σημαντική αλλαγή επιφέρουν και στις σχέσεις μεταξύ των διδασκόντων διαφορετικών
ειδικοτήτων και των μαθητών τους, αφού μετατρέπεται η ερευνητική μεθοδολογία
των Επιστημών σε διδακτική μεθοδολογία
και αξιοποιούνται οι δυνατότητες
διακλαδικών συμπράξεων [7]. Το σχήμα εκπαιδευτικής ενέργειας-αποτελέσματος
που εδώ πια απαιτείται είναι γνωστό, αφού παραδεχόμαστε ότι: το «ακούω» οδηγεί
στο ξεχνάω, το «βλέπω» στο θυμάμαι και το «πράττω» στο κατανοώ. Ειδικότερα, από
τους Ekwall & Shanker, έχει υποστηριχθεί ότι μαθαίνουμε:
•10% από ό,τι
διαβάζουμε,
•20% από ό,τι
ακούμε,
•30% από ό,τι
βλέπουμε,
•50% από ό,τι
βλέπουμε και ακούμε,
•70% από ό,τι
συζητούμε με άλλους,
•80% από ό,τι
βιώνουμε προσωπικά και τέλος
• 95% από ό,τι
διδάσκουμε σε κάποιον άλλο [8].
Πιστεύεται
ότι μέσα από τις έτσι αποκτημένες δεξιότητες και την ανάπτυξη των
επικοινωνιακών ικανοτήτων των μαθητών, γίνεται ευκολότερο να εξασφαλιστεί μελλοντικά η «απασχολησιμότητα» των ατόμων αλλά και να
περιοριστούν οι κίνδυνοι του «κοινωνικού αποκλεισμού».
Παρά τις όποιες ενστάσεις, που έχουν τις
ρίζες τους κυρίως στην ακλόνητη και απόλυτη παραδοχή του «γνωσιοκεντρικού» σαν
του μοναδικού αποτελεσματικού μοντέλου εκπαίδευσης, δεν μπορούμε να
αποκλείσουμε την Ανακάλυψη και την
Δημιουργία σαν βασικές πηγές Γνώσης όπως και την προσωπική επεξεργασία των
δεδομένων της έρευνας σαν βασικές αρχές της μάθησης και της κατανόησης. Όμως
ποια είναι τα βασικά συστατικά της Γνώσης, της έρευνας και ποια τα εργαλεία που
χρησιμοποιούνται στην μεθοδική έρευνα;
Ι.
ΒΑΣΙΚΕΣ ΕΝΝΟΙΕΣ
Γνώση ονομάζουμε την αξιοποίηση των
Πληροφοριών σε πλαίσια σχέσεων, ενώ Σοφία αποκαλούμε την αξιοποίηση της βαθιάς
Γνώσης των αρχών που διέπουν την ουσία των πραγμάτων[9]. Συστατικά της Γνώσης είναι
: Το Υποκείμενο, δηλαδή ο άνθρωπος που γνωρίζει. Το Αντικείμενο που ερευνάται
και η Εικόνα-έννοια του ερευνώμενου αντικειμένου.
Τα Δεδομένα
είναι αισθητηριακά ερεθίσματα και οργανωμένα σύμβολα χωρίς συσχετίσεις.
Πληροφορίες ονομάζουμε τις συσχετίσεις δεδομένων για ανεύρεση των αμοιβαίων
σχέσεων.
Οι
Πηγές της Γνώσης είναι : α) Η Εμπειρία ή αλλιώς Δοκιμή και Πλάνη, το
καθρέφτισμα ουσιαστικά του εξωτερικού κόσμου στην συνείδηση των υποκειμένων. β)
Η Νόηση είναι η διανοητική αντίληψη, ανεξάρτητη από την εμπειρία των
υποκειμένων, συνήθως αποκαλείται και Ορθός λόγος. γ) Ο Συνδυασμός Εμπειρίας- Νόησης αίσθησης, και λόγου. δ) Η Διαίσθηση-Ενόραση, επίσης
κατά τον Bergson, που
ενώ θεωρείται επιστημονικά ατελής πηγή γνώσης, είναι όμως απαραίτητο εργαλείο
της επιστημονικής έρευνας και τέλος, ε) η Συνολική χρήση των παραπάνω πηγών για
την Επιστημονική Έρευνα.
Με τον όρο
Επιστήμη συνήθως εννοούμε την «Αναμφίβολη γνώση» και αυτός είναι ένας
απόλυτα ιδεαλιστικός ορισμός σύμφωνος με τις απόψεις του Πλάτωνα. Η Αριστοτελική αντίληψη ορίζει την
επιστήμη σαν την «γνώση που περιγράφει τα φαινόμενα, δίνει την ερμηνεία τους
και επισημαίνει τις αρχές τους». Θα
μπορούσαμε όμως λεξικογραφικά να την ορίσουμε και σαν το «Σύνολο συστηματικών
γνώσεων κάποιου κύκλου φαινομένων»[10]. Η επιστήμη είναι κατ
εξοχήν διανοητική λειτουργία-δραστηριότητα. Γίνεται με καθορισμένα συστηματικό
τρόπο. Διεξάγεται μέσα σε ένα θεσμοθετημένο κοινωνικό περιβάλλον που έχει την
δική του υποδομή. Κατευθύνεται προς κάποιο στόχο ή επιδίωξη. Μέθοδος είναι η
προδιαγεγραμμένη διαδρομή συστηματικών ενεργειών στην ανεύρεση της Γνώσης.
Ενώ Μεθοδολογία είναι ο τρόπος ή το
εργαλείο της έρευνας.
ΙΙ.
ΓΕΝΙΚΗ ΔΟΜΗ ΤΗΣ ΕΡΓΑΣΙΑΣ
·
(Α). ΚΑΘΟΡΙΣΜΟΣ ΘΕΜΑΤΟΣ ή ΠΡΟΒΛΗΜΑΤΟΣ.
1.
-Μελέτη Τίτλων κεφαλαίων, ονομάτων, χρονολογιών,
βιβλιογραφικών κατάλογων μετά από γρήγορη, γνωστή και σαν «Διαγώνια ανάγνωση»
που εδώ θα την αποκαλούμε «ανάγνωση
Υψηλής ταχύτητας Ι».
2.
-Επιλογή οριοθέτηση, εξειδίκευση και προσδιορισμός του
Θέματος
3.
-Ορισμός εννοιών και όρων που αποτελούν και τις λέξεις
κλειδιά .
4.
-Σαφής και ακριβής ορισμός του ερευνητέου αντικειμένου
που μπορεί να είναι και ο υπότιτλος της εργασίας, μετά από επεξεργασία του
Α1-2, με χρονολογική και εξειδικευμένη
εστίαση στους στόχους της έρευνας.
5.
-Επισκόπηση της συγκεντρωμένης γνώσης με γρήγορη διερεύνηση των θεμάτων και των
ονομάτων που υπάρχουν στα διάφορα κεφάλαια με «γρήγορη ανάγνωση Ι».
6.
-Εκτίμηση σημασίας, χρησιμότητας και επιλογή της
μεθόδου της έρευνας.
(Β). ΕΥΡΕΣΗ ΜΕΘΟΔΟΥ-ΕΠΙΛΟΓΗ ΜΕΘΟΔΟΛΟΓΙΑΣ.
Μια
μεθοδολογική προσέγγιση ειδικά για την Ερευνητική Σχολική Εργασία και την
ιδιαιτερότητα του επιστημονικού αντικειμένου-πεδίου για μια σχολική εργασία
μπορεί να είναι:
·
Ερμηνευτική, για κοινωνικά - ιστορικά θέματα με
χρήση πρωτογενών κυρίως πηγών.
·
Περιγραφική εξήγηση, για την μελέτη του φυσικού
κόσμου μετά από παρατήρηση
·
Πειραματική, σε συνθήκες εργαστηρίου.
·
Δημοσκοπική διερευνητική προσέγγιση, με
καταγραφή δημοσκοπήσεων, ερωτηματολογίων, συνεντεύξεων αλλά και ερμηνευτική
μελέτη πρωτογενών πηγών που σχετίζονται με τα ερωτήματα για Κοινωνικά θέματα
και προβλήματα [11].
(Γ)-ΕΞΕΛΙΞΗ
ΠΟΡΕΙΑΣ.
1.
Συλλογή εμπειρικού υλικού, όπως δεδομένα, πηγές
πληροφοριών, στατιστικά στοιχεία,
παρατηρήσεις, πειράματα.
2.
Μελέτη, αξιολόγηση, εγκυρότητας και σπουδαιότητας,
ταξινόμηση υλικού σε φακέλους Α,Β,Γ-Δ,Ε σημασίας. Αυτή η συγκριτική αξιολογική ανάγνωση
ονομάζεται ταχύτητας ΙΙΙ.
3.
Διατυπώνονται εδώ οι εμπειρικά ελέγξιμες θεωρίες,
υποθέσεις, προτάσεις με σκοπό την εξήγηση- ερμηνεία - δυνατότητα πρόβλεψης -
επηρεασμού - ελέγχου του φαινομένου.
4.
Επεξεργασία δεδομένων, παρατηρήσεων στατιστικών
στοιχείων, πειραμάτων. Αυτή η προσεκτική ανάγνωση αποκαλείται «ταχύτητας ΙV».
5.
Αντικειμενική ανάλυση των εμπειρικών σχέσεων που ερευνήθηκαν
με προσεκτική ανάγνωση ταχύτητας ΙΙΙ+ ΙV.
6.
Αξιολόγηση ευρημάτων-αποτελεσμάτων, αντιστοίχιση ή
αντιπαράθεση της θεωρίας με την πραγματικότητα ή τα δεδομένα με συγκριτικές
επιστάμενες αναγνώσεις ταχύτητας ΙV.
·
(Δ). ΑΠΟΤΕΛΕΣΜΑ – ΦΙΛΟΤΕΧΝΗΣΗ για το «ΤΕΧΝΗΜΑ».
1.
Διατύπωση τελικού συμπεράσματος. Σε αυτό το σημείο
αποφασίζεται και η τελική μορφή του Τεχνήματος όπως και ο καθορισμός της
ομάδας που θα φιλοτεχνήσει τελικά το
έργο.
2.
Σχολιασμός με υπόδειξη δράσης και προτάσεις για
παραπέρα έρευνα.
·
(Ε). ΠΑΡΟΥΣΙΑΣΗ
Δημόσια ανακοίνωση της Ερευνητικής
Εργασίας και του σκεπτικού του Τεχνήματος, παρουσίαση του σε έκθεση ή εκδήλωση,
προβολή η συναυλία.
1.
Παρουσίαση του σκεπτικού αλλά και της μεθοδολογίας που
ακολουθήθηκε.
2.
Αναφορά πηγών,
σχολίων και αναφορών σε σχετικές εργασίες.
3.
Αναφορά στην χρήση της Βιβλιογραφίας. Αρθρογραφία-
Βιβλιογραφία-Ιντερνετικές πηγές.
ΙΙΙ. ΕΡΕΥΝΗΤΙΚΕΣ
ΠΡΑΚΤΙΚΕΣ ΚΑΙ ΤΡΟΠΟΣ ΕΠΕΞΕΡΓΑΣΙΑΣ ΤΩΝ ΔΕΔΟΜΕΝΩΝ
Α).
ΠΡΟΕΤΟΙΜΑΣΙΑ.
Ο καθορισμός του Θέματος ή του Προβλήματος, μετά από γρήγορη διαγώνια
ανάγνωση ταχύτητας Ι -και πρώτη επισκόπηση, είναι βασικός. Γίνεται με κοινή
επεξεργασία από τους εκπαιδευτικούς από την αρχή ακόμη του επιχειρήματος. Η
διαδικασία αυτή δεν παρουσιάζεται από την αρχή στους μαθητές αλλά μεθοδικά
τίθεται σταδιακά σαν ζητούμενο είτε σαν σειρά βασικών ερωτημάτων είτε σαν
υποστηρικτική διαπίστωση, αποκτώντας έτσι καθοδηγητικό ρόλο. Δεν πρέπει να
αφαιρούμε από τους μαθητές το δικαίωμα της προσωπικής «ανακάλυψης».
Διαλέγουμε θέμα:
·
α) που
αφορά και τους ερευνητές αλλά και την εκπαιδευτική κοινότητα.
·
β) που
είναι μέσα στις δυνατότητες της ομάδας.
·
γ)
έχοντας υπολογίσει τον διαθέσιμο χρόνο.
·
δ) μέσα
στα όρια έκτασης-μεγέθους κρατώντας την ποιότητα σαν ζητούμενο.
·
ε) αφού
καταλάβουμε καλά και ορίσουμε το μέγεθος και το βάθος του θέματος χωρίς να
παραβλέπουμε όμως και τον αντικειμενικό σκοπό της εργασίας.
·
Στ) αφού
ερευνήσουμε αν υπάρχει ή αν μπορεί να βρεθεί εύκολα το απαιτούμενο υλικό,
δηλαδή βιβλία-άρθρα-αρχεία-πρόσβαση σε σχετικές ηλεκτρονικές βάσεις δεδομένων.
·
ζ) αφού ερευνήσουμε
τον «Ορίζοντα Προσδοκιών» του περιβάλλοντος, αναζητώντας παραδεκτά του πρότυπα,
υπολογίζουμε τις συνέπειες της επιλογής του θέματος για την ζωή, την εργασία
και τις άλλες ασχολίες των συμμετεχόντων.
Β). ΣΥΛΛΟΓΗ
ΕΜΠΕΙΡΙΚΟΥ ΥΛΙΚΟΥ
1.
ΔΕΔΟΜΕΝΑ. Σαν τέτοια ορίζουμε οτιδήποτε αναφέρεται στις
πηγές και στις λέξεις κλειδιά, μέσα στο καθορισμένο ΘΕΜΑ και ΧΡΟΝΟ.
2.
ΣΤΑΤΙΣΤΙΚΑ ΣΤΟΙΧΕΙΑ.
3.
ΠΑΡΑΤΗΡΗΣΕΙΣ.
4.
ΠΕΙΡΑΜΑΤΑ.
Γ).
ΠΗΓΕΣ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΩΝ, με χρονική
ακολουθία και σειρά έρευνας σε :
1.
Εγκυκλοπαίδειες-Λεξικά-σχολικά βιβλία.
2.
Μηχανές αναζήτησης
3.
Αφιερώματα περιοδικών-εφημερίδων-εκπομπών-ιστοσελίδων.
4.
Ομόχρονα: Εγκυκλοπαίδειες-Λεξικά-σχολικά βιβλία.
5.
Ανθολογίες, συλλογές, αφιερώματα, πρακτικά συνεδρίων,
παρόμοιες σχολικές εργασίες. Εντοπισμός
συγγραφέων-μελετητών-ιδρυμάτων-εκδοτικών οίκων –οργανώσεων - θεσμών από τα
παραπάνω.
6.
Μονογραφίες μεμονωμένων μελετητών ή ομάδων
7.
Διδακτορικές διατριβές-Μεταπτυχιακές εργασίες, η
αποκαλούμενη και «Γκρίζα Βιβλιογραφία» που το Εθνικό Κέντρο Τεκμηρίωσης και τα
Πανεπιστήμια έχουν τα πνευματικά τους δικαιώματα.
8.
Αρχειακό υλικό εντοπισμένο από τις παραπάνω μελέτες.
Δ). ΜΕΛΕΤΗ, ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ, ΤΑΞΙΝΟΜΗΣΗ ΥΛΙΚΟΥ.
Μετα τον
καθορισμό του θέματος η διαδικασία γίνεται ταυτόχρονα και παράλληλα με την
Συλλογή Εμπειρικού Υλικού και την Προετοιμασία.
α). Δημιουργία καρτελών.
1. Αποτύπωση σε Καρτέλες Ερωτημάτων,
των βασικών αρχικών αλλά και αυτών που προκύπτουν στην εξελικτική πορεία της
εργασίας. Απαραίτητο είναι να αναφέρονται οι πηγές τους με λεπτομέρεια ώστε να
μπορούν στην συνέχεια να βρεθούν εύκολα ή και να χρησιμοποιηθούν εκ νέου.
2. Δημιουργία Φακέλου Βιβλιογραφίας και Υλικού, με καρτέλες, όπου γίνεται ακριβής αναφορά στα
βασικά ερωτήματα της εργασίας του κάθε ενός βιβλίου άρθρου, ιστοσελίδας,
εκπομπής, η σημείωσης που χρησιμοποιήθηκε.
3. Δημιουργία Βοηθητικών Καρτελών
Εργασίας όπου τα διάφορα χρησιμοποιούμενα στοιχεία ανακατατάσσονται με
διαφορετικά κριτήρια πχ θεματικά, χρονολογικά, κατά εκδότη, περιοδικό, φορέα
κλπ. Αυτές οι καρτέλες είναι ίσως το χρησιμότερο ερευνητικό εργαλείο που οδηγεί
στην κατανόηση των θεμάτων αλλά και την διερεύνηση των απόψεων και των στόχων
του φορέα του εκδότη και του συγγραφέα.
β). Αποθήκευση σε φάκελο, είτε ηλεκτρονικό είτε σε Ντοσιέ. Συνίσταται
η χρήση και των δύο μεθόδων μετα από
εκτύπωση, με το υλικό που χρησιμοποιείται σε χάρτινες ή σελίδες WORD, η από PDF που επεξεργάστηκαν με Readers, Translators,
απομαγνητοφωνήσεις, φωτογραφήσεις, σκαναρισμένες φωτοτυπίες, για το παρακάτω υλικό που χαρακτηρίζουμε σαν
Α, Β, Γ και Δ και Ε σημασίας.
γ). Χαρακτηρισμός υλικού.
· (Α
σημασίας) ή Πρωτογενές υλικό: Συνεντεύξεις, ημερολόγια, αρχεία, φωτογραφήσεις,
δημοσιεύσεις, στατιστικά στοιχεία, παρατηρήσεις, πειράματα.
· (Β
σημασίας) ή Δευτερογενές υλικό, από
Άμεσες ομόχρονες αναφορές και Μονογραφίες.
· (Γ
σημασίας) ή Έμμεσες Ετερόχρονες αναφορές σε μελέτες.
·
Δ Πληροφορίες σχετικές με τον χρόνο το
περιβάλλον και τις συνθήκες.
·
Ε.
Παράπλευρες πληροφορίες που αρχικά δεν χρησιμοποιήθηκαν, σχετικές με τα
Α,Β,Γ,Δ και φαινομενικά άνευ πια σημασίας αλλά που αποδελτιώθηκαν στην αρχή της
έρευνας, έτσι ώστε να μπορούν να
χρησιμοποιηθούν ή να επανα-αξιολογηθούν σε επεξεργάσιμο υλικό αν και όταν
ξανα-απαιτηθεί από την πορεία της έρευνας. Είναι παράδοξο το φαινόμενο αλλά
συνήθως αποτελεί πολυτιμότατο κομμάτι υλικού που συνήθως ερμηνεύει τον
περιβάλλοντα χώρο και τις συνθήκες όπου εκτυλίσσεται η έρευνά μας.
Ε. ΠΑΡΑΛΕΙΨΕΙΣ ΚΑΙ ΣΦΑΛΜΑΤΑ.
1.
Μη τήρηση της βασικής δομής καθ όλη την διάρκεια
εκπόνησης της εργασίας.
2.
Παράλειψη ακριβούς ορισμού των βασικών εννοιών-όρων και
των λέξεων κλειδιών.
3.
Υποκειμενισμός, Προκαταλήψεις και εμμονές που συνήθως
αποκαλούνται με τον όρο Τσαρλατανισμός.
4.
Άκριτη αναπαραγωγή, ενδεχόμενα και προπαγάνδας ή
εμπορικής διαφήμισης χωρίς αξιολόγηση των πηγών, που συνήθως δεν αναφέρονται
και που αποτελεί τον μεγάλο κίνδυνο για την ερευνητική εργασία από την
αποκλειστική χρήση, του Ιντερνέτ. Προφανώς αυτή είναι και η αιτία που ο
Μπαμπινιώτης δηλώνει: «Τελικά θα το πω
σκληρά, η αποκλειστική καταφυγή σε ηλεκτρονικές πληροφορίες, είναι, κατά
κανόνα, χαρακτηριστικό απαίδευτων τεχνοκρατών ή εθισμένων και «εξαρτημένων»
ηλεκτρονικών χρηστών».
5.
Μη ακριβής περιγραφή και παρουσίαση της μεθόδου.
6.
Αβασάνιστη προσήλωση στις «Αυθεντίες» χωρίς αξιολογικό
έλεγχο των πηγών τους. Αποτελεί μεγάλο κίνδυνο για την ερευνητική εργασία,
επίσης από την αποκλειστική και ανεξέλεγκτη χρήση στοιχείων προερχόμενα από
τους ιστοτόπους του Ιντερνέτ.
7.
Γενικεύσεις παραλείψεις και ισοπεδωτική διαχείριση.
Τέτοιες είναι η μη προσεκτική ταξινόμηση δεδομένων σε «ομόχρονο» και
«ετερόχρονο» υλικό, ή η παρόμοια διαχείριση γεγονότων σε διαφορετικές
κοινωνικές-οικονομικές-εκπαιδευτικές συνθήκες.
IV. ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ:
1.
Για να μπορέσει ο θεσμός της Ερευνητικής Εργασίας να
λειτουργήσει παιδαγωγικά και να εκπληρώσει τους κοινωνικούς και εκπαιδευτικούς
του στόχους, νομίζω ότι είναι απαραίτητο να οργανωθούν στοιχειωδώς οι σχολικές
βιβλιοθήκες και να υπάρξει κάποια Κεντρική Ψηφιακή Βιβλιοθήκη. Να συνδεθούν οι
σχολικές ψηφιοποιημένες βιβλιοθήκες μεταξύ τους αλλά και με τις τοπικές
πανεπιστημιακές η δημοτικές η υπηρεσιακές με σύστημα ανάλογο του OPAC. Φυσικά όσο μπορεί να
υπάρχει ανάλογη αυτοπρόσωπη πρόσβαση σε αυτές. Αν και υπάρχει σε διεθνές
επίπεδο η πρακτική να εξαιρούνται οι σχολικές εργασίες από τις απαιτήσεις του
θεσμού των πνευματικών συγγραφικών και εκδοτικών δικαιωμάτων, αυτό μπορεί προς
το παρόν να γίνει εντελώς ακίνδυνα μόνο για τα χαρακτηρισμένα σαν «Παλαιότυπα»
βιβλία ή σε αυτά που το ΥΠΑΙΘ ή άλλοι κρατικοί φορείς έχουν εκδώσει ή αποκτήσει
τα δικαιώματα.
2.
Να διευρυνθεί ο θεσμός και στην εκπαιδευτική διαδικασία
της υποχρεωτικής εκπαίδευσης, αλλά και να υπάρξει αντίστοιχη δομή στον υπόλοιπο
εκπαιδευτικό μηχανισμού του υποχρεωτικού
σχολείου μέσα από διδακτικές διαδικασίες, ανάλογες με τα ηλικιακά αναπτυξιακά
στάδια των μαθητών.
3.
Να επεκταθούν οι Βιωματικές προσεγγίσεις στις
διδακτικές πρακτικές των επιστημονικών, καλλιτεχνικών και παιδαγωγικών αντικειμένων.
[2] Chapman L. « Διδακτική της Τέχνης-Προσεγγίσεις
στην καλλιτεχνική Αγωγή». Εκδ. Νεφέλη-βιβλιοθήκη της τέχνης, Αθήνα 1993,
επιμέλεια Π. Χριστοδουλίδης.
[3]Σαν το χαρακτηριστικότερο μοτίβο για την
επιλογή φιλοτέχνησης του «Τεχνήματος», παράλληλα με την εκπόνηση του επιστημονικού
τύπου Ερευνητικής Εργασίας θεωρώ ότι αρμόζει να είναι το: «Η Τέχνη υπερίπταται,
η επιστήμη δίνει δεκανίκια» του Ζώρζ Μπράκ στις αρχές του 20ου αι.
Από το: Brague
George. Η μέρα και η
Νύχτα, εκδόσεις Άγρας Αθήνα 1977 επιμ. Γ. Π. Σαβίδης
[4] ( Ματς π.π 13).
[5] Αρχή
Διαφοροποίησης Διδασκαλίας.
[6] Αρχή
Ομαδικής Συνεργασίας Μαθητών, αλλά και μεταξύ των ομάδων/
[7] Αρχή Διεπιστημονικής Συνεργασίας, Αρχή Διερευνητικής Προσέγγισης Μάθησης
[9] Θεοφανίδης Στ. Μεθοδολογία της
επιστημονικής σκέψης και έρευνας. Πως γίνεται η επιστημονική έρευνα και πως
γράφεται μια επιστημονική εργασία. Εκδόσεις Γ. Μπένου, Αθήνα 2002
[10] Από
το λεξικό Δημητράκου.
[11] Ματσαγγούρας Η. Η καινοτομία των Ερευνητικών Εργασιών στο Νέο
Λύκειο. Εκδ. Υπ.Παι.Δ.Β.Μ.Μ.Θ - ΟΕΔΒ, Αθήνα 2012.
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου