Δευτέρα 6 Οκτωβρίου 2014

Eχει επηρεάσει η εκπαιδευτική πολιτική και τα προγράμματα της Ευρωπαϊκής Ένωσης το ελληνικό εκπαιδευτικό γίγνεσθαι;

  Η  εργασία αυτή θα μπορούσε κάλλιστα να έχει τον τίτλο « Ελληνικό σχολείο: Από το Εθνικό στο Υπερεθνικό» και δεν αποτελεί παρά μια μικρή συνοπτική περιδιάβαση στις διεργασίες της νεοελληνικής εκπαίδευσης, με την κυκλική της εξέλιξη μέσα στο χρόνο.
Ένα μελέτημα για το οποιοδήποτε δημόσιο σχολείο δεν μπορεί να αφορά μόνο τον  ερμητικό χώρο των εκπαιδευτικών πρακτικών και των δομών του, αλλά ταυτόχρονα θα πρέπει να συνεξετάζει και το κοινωνικό, το οικονομικό, το θρησκευτικό, όπως και το πολιτικό περιβάλλον μέσα στο οποίο το δημόσιο σχολείο αναπτύσσεται, διαμορφώνεται αλλά και διαμορφώνει. Συνήθως παρόμοιες εργασίες για την εκπαίδευση στηρίζονται σε διακηρύξεις, επίσημες προτάσεις, διατάγματα, προηγούμενες εργασίες και έρευνες, που με την σειρά τους έχουν βασιστεί σε επίσημες στατιστικές και καταγραφές ή στην υπάρχουσα βιβλιογραφία, που με την σειρά της κλείνει τον παραπάνω κύκλο διεργασιών[1]. Πολύ σπανιότερα οι μελέτες βασίζονται σε προγενέστερες εκθέσεις επιτόπιας αυτοψίας και σπανιότατα σε συγκέντρωση δειγμάτων από προσωπικές διαπιστώσεις. Αυτός είναι και ο κύριος λόγος που συναντούμε πλειάδα πανομοιότυπων εργασιών, που δεν ανταποκρίνονται διόλου στην αντικειμενική πραγματικότητα όταν προσπαθήσουμε να διασταυρώσουμε τα πορίσματά τους με πρωτογενές ομόχρονο  υλικό, όπως αρθρογραφία [2] σε σχετικά έντυπα και περιοδικά [3]. Θεωρώ απαραίτητο να επισημανθεί  ότι η ιστορική ουσιαστικά εξέταση, που επιχειρείται εδώ, αφορά κυρίως το πεδίο της καλλιτεχνικής εκπαίδευσης λόγω του γνωστικού αντικειμένου του γράφοντος.

Ι. ΤΟ ΕΛΛΗΝΙΚΟ ΣΧΟΛΕΙΟ ΚΑΙ Η ΕΥΡΩΠΗ.
Ήδη στα 1899, έχει αρχίσει να διαφαίνεται η πρώτη πλήρης  διατύπωση της αστικής εκπαιδευτικής μεταρρύθμισης μέσα από τα ελληνικά νομοσχέδια. Την περίοδο αυτή διασπάται το μονοδιάστατο του «κλασικιστικού [4]» χαρακτήρα της θεωρητικής «υπερ-εκπαίδευσης και ημιμάθειας», το οποίο προσπαθεί να καλύψει κυρίως η ιδιωτική πρωτοβουλία με σχολές Γεωργικής, Βιομηχανικής, Εμπορικής και Ναυτικής, ανώτερης εκπαίδευσης. Ταυτόχρονα το ίδιο διάστημα διαφαίνεται η αναγκαιότητα  της υποχρεωτικής  βασικής εκπαίδευσης  η μεικτή φοίτηση αλλά και αυτή της επαφής με την Ευρώπη[5]. Προϋπήρχαν πρέπει να πούμε, παρόμοια κοινοτικά ή εκκλησιαστικά σχολεία, σποραδικά από τα χρόνια της Τουρκοκρατίας, όπως  το σχολείο του Ν.Βάμβα στην Χίο και η Ακαδημία Κυδωνιών, που παρείχαν τα εφόδια στους σπουδαστές τους για επαγγελματική συνέχεια στο εμπόριο, τα χρηματοοικονομικά και την ναυτιλία [6]. Τα εκπαιδευτικά τους πρότυπα  ήταν δομημένα  πάνω σε αυτά της Καθολικής εκκλησιαστικής εκπαίδευσης [7].
Το Νεοελληνικό σχολείο απεξαρτάται από το αποικιοκρατικό «Αλληλοδιδακτικό» μοντέλο των προτεσταντικών ιεραποστολών του 19ου αιώνα, αλλά και από αυτό του Ορθόδοξου «Εκκλησιαστικού», μόνο κατά  την διάρκεια της περιόδου του Μεσοπολέμου. Κατά την περίοδο αυτή, που αποτελεί ορόσημο εκπαιδευτικών και φυσικά και κοινωνικών ανακατατάξεων, εμφανίζεται το αίτημα του ¨ Κοσμοπολιτισμού [8] ¨, που προϋπήρχε ως γνωστόν από τα χρόνια ακόμη του Κομήνιους (Comenius 1592-1672), έναντι αυτού της ¨Εθνικής¨ οπτικής [9].
Την ίδια περίοδο στην Ελλάδα αρχίζουν να εκφράζονται οι απόηχοι του Bauhaus[10]  και του «Arts and Crafts»[11] από καλλιτέχνες σαν τον σοσιαλιστή  Κ. Μαλέα και τον Κ.Παρθένη μέσα από τις παρεμβάσεις τους στα σχολικά βιβλία και τα εργαστήρια εφαρμοσμένων τεχνών που δημιουργούν στα Ορφανοτροφεία Αμάλειο και  Παπάφειο και που παρέχουν σύγχρονες αντιλήψεις για την τεχνική εκπαίδευση και τον Βιομηχανικό σχεδιασμό αντλώντας ταυτόχρονα πρότυπα από την Λαϊκή Παράδοση. Το 1926 ο Μαλέας υποστηρίζεται από την κυβέρνηση Βενιζέλου και τον Α. Παπαναστασίου και δημιουργεί το Τεχνικό Διδασκαλείο αλλά και την αρχική μορφή του ΕΟΜΜΕΧ [12]. Το δημόσιο ελληνικό σχολείο  κινείται σε ηθογραφικά πλαίσια, όπως άλλωστε και η χώρα, μέσα πάντοτε στο πολιτισμικό δίπολο: Εθνικό-Κοσμοπολιτικό [13]. Με την δημιουργία του ΟΕΣΒ και του ενός Δωρεάν σχολικού βιβλίου στα 1937, το απομονωμένο και εσωστρεφές Εθνικό μοντέλο θα επικρατήσει για πολλά χρόνια.

ΙΙ. ΚΟΙΝΩΝΙΚΟΠΟΛΙΤΙΚΕΣ ΕΞΕΛΙΞΕΙΣ ΚΑΙ ΕΚΠΑΙΔΕΥΣΗ
Η Ρωσική επανάσταση και η άνοδος του Ευρωπαϊκού Φασισμού συνηγορούν στην κυριαρχία των «Εθνικών» μοντέλων και στην Ευρώπη εμπλουτισμένων όμως με τα διδάγματα του «Σχολείου Εργασίας» του Κέρσενστάινερ και του «Σχολείου της Προοδευτικής Εκπαίδευσης». Κοινό τους χαρακτηριστικό είναι η ομαδική μελέτη και η εργασία των εκπαιδευόμενων με αποκορύφωμα το Σοβιετικό μοντέλο ομαδικής εκπαίδευσης  του A.S.Makarenko[14]. Ο παιδαγωγικός πειραματισμός του όμως πολεμήθηκε σαν μη Μαρξιστική ψευδο-επιστήμη [15].  Η Σοβιετική Ένωση ήταν η δεύτερη «μεγάλη εκπαιδευτική δύναμη» δεσμευμένη ιδεολογικά και πολιτικά στους σκοπούς μιας ισότητας ευκαιριών στην εκπαίδευση που ζητά ενίσχυση των ικανοτήτων του ατόμου και υπολογίζει την αρχή της επίδοσης, αφού εκεί στηρίζεται η αύξηση της παραγωγικότητας και η επιστημονική-τεχνολογική πρόοδος[16]
Η κούρσα για την κατάκτηση του Διαστήματος, όπως και η «άνθηση» των Τεχνών και του Πολιτισμού, αλλά και τα Νεορουσωικά εκπαιδευτικά συστήματα των οπαδών του Ντιούη και Μπρυνέρ, που εμφανίστηκαν στην Αμερική εξ αιτίας της  μετανάστευσης Ευρωπαίων διανοούμενων μετά το 1930 [17], θα αποτελέσουν  μέρος της ψυχροπολεμικής  προπαγάνδας της Δύσης, σχετικής με την υπεροχή της «ελευθερίας της αγοράς».
 Στην βιομηχανική κοινωνία η οργάνωση του  συστήματος παιδείας σε τρία στεγανά και διαβαθμισμένα επίπεδα ανταποκρίνονταν στις γνωστικές ανάγκες των τριών τομέων της παραγωγής (γεωργία, μεταποίηση, υπηρεσίες) και της αντίστοιχης τριμερούς ταξικής οργάνωσης της κοινωνίας. Κατά την δεκαετία του 60, που χαρακτηρίστηκε από την έμφαση στην σχολική επίδοση η Τέχνη αντιμετωπίστηκε σαν σώμα γνώσεων που οφείλει να μεταδοθεί [18].
Η γνωστή μορφή της Ευρωπαϊκής Ένωσης ήταν το αποτέλεσμα μιας σειράς πολιτικών διεργασιών και οικονομικών επιλογών, που ξεκίνησαν μετά την οδυνηρή εμπειρία του 2ου Π.Π. Τότε ενώ έγινε ξεκάθαρη πια η ανάγκη για την ειρηνική συνύπαρξη των εθνικών κρατών σε ένα μελλοντικό ενιαίο πλαίσιο δομών και δράσεων, την ίδια στιγμή όμως υπήρχε ένας απόλυτος και στεγανός διαχωρισμός μεταξύ δύο κόσμων, του Δυτικού και του Ανατολικού μπλοκ. Δραστηριοποίηση των Διεθνών Οργανισμών σε παγκόσμιο και ευρωπαϊκό επίπεδο θα σημειωθεί το 1990 μετά την κατάρρευση και την διάλυση της Σοβιετικής Ένωσης [19].
Το 1949 ιδρύθηκε το Συμβούλιο της Ευρώπης, το 1951 η Ευρωπαϊκή Κοινότητα Άνθρακα, το 1957 η Ευρωπαϊκή Οικονομική Ένωση και η Ευρωπαϊκή Κοινότητα Ατομικής Ενέργειας.  Το πεδίο της ολοκλήρωσης επεκτάθηκε σε μη οικονομικά θέματα με τις αναθεωρήσεις της ιδρυτικής συνθήκης του 1986, το 1992 και το 1997, αγγίζοντας  εμμέσως και ζητήματα εκπαίδευσης. Οι τομείς Παιδείας, επαγγελματικής κατάρτισης, νεολαίας, πολιτισμού και δημόσιας υγείας απόκτησαν  νομικό έρεισμα. Θεσμοθετήθηκαν πολιτικές ακόμα και μέσω της γενικής εκπαίδευσης, χωρίς καταφανές οικονομικό περιεχόμενο, όπως για παράδειγμα η πολιτική για την προστασία του περιβάλλοντος.

ΙΙΙ. ΣΥΝΘΗΚΕΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΚΟΙΝΗ ΕΚΠΑΙΔΕΥΤΙΚΗ ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΤΗΣ ΕΥΡΩΠΗΣ.
    Με τα άρθρα 123 &128 στην συνθήκη της Ρώμης (1957) ιδρύεται το Ευρωπαϊκό Κοινοτικό Ταμείο για την βελτίωση των δυνατοτήτων απασχόλησης και τις  αρχές μιας κοινής επαγγελματικής πολιτικής και εκπαίδευσης. Κατά την συνθήκη αυτή η ΕΟΚ δεν είχε συνολικές αρμοδιότητες για τον χώρο της εκπαίδευσης, παρά μόνο για την τεχνική επαγγελματική κατάρτιση. Στην Ελλάδα η αστική εκπαιδευτική μεταρρύθμιση του 64 που στόχευε στην δημιουργία δύο διαφορετικών τύπων σχολείων για την δημιουργία εξειδικευμένου εργατικού δυναμικού, ακριβώς τον ίδιο καιρό που στην μητροπολιτική Ευρώπη καταργείται, εδώ για πολιτικούς λόγους τελικά απλά αποτυγχάνει [20].
 Το 1971 από το Συμβούλιο Υπουργών Παιδείας, ενώ η Ελλάδα βιώνει την πιο απομονωμένη από την ζωή της Ευρώπης ιστορική περίοδό της [21], αποφασίζεται η προώθηση της επαγγελματικής εκπαίδευσης. Το 1975 ιδρύεται το CEDEFOP- Ευρωπαϊκό Κέντρο για την Ανάπτυξη της Επαγγελματικής Κατάρτισης σαν κέντρο Διαβίου Μάθησης.
Η περίοδος 1976 με 92 ορίζεται σαν το αρχικό στάδιο διαμόρφωσης του Ευρωπαϊκού χώρου εκπαίδευσης και με το ψήφισμα των Υπουργών Παιδείας της ΕΟΚ στις  9/ 2/ 76 εγκρίνεται το πρώτο κοινό πρόγραμμα δράσης στον τομέα της εκπαίδευσης. Βασικοί του στόχοι είναι η Πολιτιστική και Επαγγελματική κατάρτιση, η βελτίωση των σχέσεων ανάμεσα στα εκπαιδευτικά συστήματα, η συνεργασία στον τομέα της τριτοβάθμιας εκπαίδευσης, η ενίσχυση της εκμάθησης των ξένων γλωσσών και η ανάπτυξη ισότητας ευκαιριών  για τους πολίτες των κρατών μελών αλλά και η συλλογή και επεξεργασία τεκμηρίων και στατιστικών.
 Στο Β Πρόγραμμα Δράσης του 1982 περιέχονται καινοτομικά στοιχεία για τις βασικές κατευθύνσεις της κοινοτικής πολιτικής στο χώρο της επαγγελματικής εκπαίδευσης. Ο οικονομικός προσανατολισμός και η στόχευση σε ένα καλά καταρτισμένο εργατικό δυναμικό, που αποτελεί την βάση της παραγωγικότητας, της ανταγωνιστικότητας και της προσαρμοστικότητας στις διεθνείς συνθήκες είναι εδώ εμφανής, όπως άλλωστε φαίνεται από την απόφαση του Συμβουλίου της 1ης Δεκεμβρίου του 1987.
 Κοινοτικά προγράμματα για την ενδυνάμωση των σχέσεων παιδείας και οικονομίας και αποτελεσματικότερης συμβολής των εκπαιδευτικών συστημάτων στην ολοκλήρωση της ενιαίας αγοράς και συνοχής της Κοινότητας προωθούνται στα εθνικά εκπαιδευτικά συστήματα ανάμεσα στα έτη 1986 και 1992. Στο διάστημα αυτό υλοποιούνται: Η δημιουργία του Ευρωπαϊκού Πανεπιστημίου, η υιοθέτηση των προγραμμάτων Erasmus στην τριτοβάθμια εκπαίδευση, τα προγράμματα COMET για την συνεργασία Πανεπιστημίων και βιομηχανίας, PETRA για την επαγγελματική κατάρτιση των νέων, LINGUA για την γλωσσομάθεια, EUROTECNET για την προώθηση της καινοτομίας στην επαγγελματική κατάρτιση και το Δίκτυο συγκρίσιμης πληροφόρησης Eurydice για τα εκπαιδευτικά συστήματα και τις πολιτικές που τα διέπουν στην Ευρώπη.
  Η συνθήκη του Maastricht του 92, μέσα από κείμενα και χρηματοδοτήσεις προωθεί την κινητικότητα και τις συνεργασίες μεταξύ πανεπιστημίων και σπουδαστών, την σύνδεση των εκπαιδευτικών φορέων με την αγορά εργασίας, την διαμόρφωση περιβάλλοντος ένταξης και επανένταξης στην αγορά εργασίας, αλλά την συγκρισιμότητα  μέσω της συμβατότητας και της διαφάνειας των εκπαιδευτικών συστημάτων των χωρών της Ευρώπης. Η ¨Λευκή Βίβλος¨ του 1995 κάτω από τον τίτλο ¨ Διδασκαλία και Μάθηση¨ διαμορφώνει την πιο συγκροτημένη απόπειρα να ενταχθεί η εκπαίδευση και η κατάρτιση στο κέντρο της στρατηγικής της για την επιδίωξη της οικονομικής και κοινωνικής συνοχής της Ε.Ε .
Η Συνθήκη του Άμστερνταμ (1997) επεκτείνει την ¨συναπόφαση¨ και στα ζητήματα της επαγγελματικής επιμόρφωσης. Με τα άρθρα 149 και 150 της Διακήρυξης  της Μπολόνια (1999), όπου επιχειρείται  η σύγκλιση των συστημάτων Ανώτατης Εκπαίδευσης, διακηρύσσεται ότι: « Η Κοινότητα συμβάλλει στην ανάπτυξη παιδείας υψηλού επιπέδου, ενθαρρύνοντας τη συνεργασία μεταξύ των κρατών μελών και, αν αυτό απαιτείται, υποστηρίζοντας και συμπληρώνοντας τη δράση τους, σεβόμενη ταυτόχρονα πλήρως την αρμοδιότητα των κρατών μελών για το περιεχόμενο της διδασκαλίας και την οργάνωση του εκπαιδευτικού συστήματος καθώς και την πολιτιστική και γλωσσική τους πολυμορφία»[22].
Τον Μάρτιο του 2000 αποφασίστηκε η «Στρατηγική της  Λισαβόνας» ένα πρόγραμμα στόχων, που έπρεπε να πετύχει η Ε.Ε μέχρι το 2010, ώστε να καταστεί η ανταγωνιστικότερη και δυναμικότερη οικονομία του κόσμου. Θα ήταν έτσι ικανή για οικονομική ανάπτυξη με περισσότερες και καλύτερες θέσεις εργασίας και με μεγαλύτερη κοινωνική συνοχή μετά από ριζικό οικονομικό μετασχηματισμό και τολμηρό πρόγραμμα εκσυγχρονισμού των συστημάτων Υγείας  και Εκπαίδευσης, καθώς και άλλων κοινωνικών παροχών.
 Βέβαια σήμερα, που το Ευρωπαϊκό όραμα που σχεδιαζόταν και στην Ελλάδα για 120 σχεδόν χρόνια μοιάζει να καταρρέει, ίσως οι στόχοι της Στρατηγικής της Λισαβόνας να ακούγονται  σαν κακόγουστο αστείο. Όμως παρ όλα αυτά η  συνθήκη του Μάαστριχτ  και η «Στρατηγική της  Λισαβόνας» στοιχειοθετούν την εξέλιξη της Ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης στον τομέα της εκπαίδευσης, καθώς αυτές αναγνωρίζονται πια σαν ο επίσημος τομέας άσκησης πολιτικής της Ευρωπαϊκής Ένωσης.  Η ολοκλήρωση βέβαια αυτή δεν παύει να αποτελεί και την εκπλήρωση του κύριου στόχου των Προτεσταντικών Ιεραποστολών κατά τον 19ο αιώνα, της Αγγλικανικής Εκκλησίας του Γεωργίου του Γ΄ της Αποικιοκρατικής Μ. Βρετανίας, ενώ ταυτόχρονα συμπληρώνει τον κύκλο του και το όραμα του Κομήνιους, για μια Ευρωπαϊκή πολιτισμική ένωση.

IV.   ΑΠΟΤΕΛΕΣΜΑΤΑ-ΕΠΙΤΕΥΓΜΑΤΑ.
Σημαντικό ρόλο για την εκπαιδευτική εξέλιξη στην Ευρώπη έχει διαδραματίσει η εμφάνιση και η επικράτηση ενός νέου κοινωνιακού τύπου με κύριο χαρακτηριστικό της την τεχνολογία της πληροφορικής και των επικοινωνιών, που θα προβληθεί με τον όρο «κοινωνία της γνώσης».  Ο νέος αυτός τύπος κοινωνίας θα οδηγήσει ταχύτατα στην κατάλυση των ορίων του χρόνου και της απόστασης, αλλά και στην ταχύτατη ανάπτυξη της παγκοσμιοποίησης της οικονομίας και των τρόπων ζωής. Θα προσδώσει στις κοινωνίες ένα ρευστό και καλειδοσκοπικό χαρακτήρα, θα αποδυναμώσει την έννοια του εθνικού κράτους, θα οδηγήσει σε ευρύτερες περιφερειακές συσπειρώσεις και συνεργασίες, θα αναγάγει την εκπαίδευση σε στρατηγικής σημασίας παράγοντα διεθνούς ανταγωνισμού και επιβίωσης και θα οδηγήσει σε δύο ιδιαίτερα σημαντικές μεταβολές.
  Η πρώτη είναι η ανατροπή της έννοιας της γνώσης ως «κτήμα ες αεί» και διακριτικό στοιχείο κοινωνικής διαφοροποίησης. Η γνώση θα αναχθεί τώρα σε ατομική ικανότητα, σε εργαλείο και σε αναλώσιμο αγαθό.  Η δεύτερη συνίσταται στην προβολή της έννοιας της Διαβίου μάθησης ως κεντρικής αρχής για την οργάνωση της εκπαίδευσης και του ατομικού βίου (2007 με 2013. Απόφαση 1720/2006 Ε.Κ). Η έννοια της Διαβίου μάθησης οδηγεί στην μετατόπιση του βάρους της εκπαίδευσης από την ομαδοποιημένη προσφορά στην εξατομικευμένη ζήτηση εκπαιδευτικών υπηρεσιών.
 Γίνεται φανερή εδώ πια η επικράτηση της Πολυλειτουργικής έναντι της Εξειδικευτικής δομής. Με την «Δήλωση της Κοπεγχάγης» του 2002 δρομολογήθηκαν δράσεις, που εξασφαλίζουν την διαφάνεια των προσόντων και των ικανοτήτων σε ένα πλαίσιο αναφοράς για την διασφάλιση της ποιότητας στην εκπαίδευση, που τελικά  μάλλον δεν τελεσφόρησε ακόμη. Όμως παρ όλα αυτά κάποια υποπρογράμματα ενεργοποιήθηκαν και εν μέρει πέτυχαν ένα σημαντικό μέρος των αρχικών τους στόχων σαν τα ComeniusErasmus, Leonardo Da Vinci και Grundvig.
Η ενοποιημένη πια στοχοθεσία για την εκπαίδευση οδηγεί την επέκταση της εκπαιδευτικής λειτουργίας στην βρεφονηπιακή μέριμνα και την προσχολική αγωγή από την μια, αλλά και την υποχρεωτική εκπαίδευση, από την άλλη, προς τον δεύτερο κύκλο της δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης.  Καταργούνται τα κοινωνικά και γνωστικά στεγανά στην εκπαίδευση, που οδηγείται προς την δημιουργία ενός ευρύτερου ενιαίου, μετα-υποχρεωτικού, σπονδυλωτού συστήματος εκπαιδευτικών υπηρεσιών. Έτσι  εξασφαλίζεται η «απασχολησιμότητα» των ατόμων, περιορίζονται οι κίνδυνοι του «κοινωνικού αποκλεισμού» και διευκολύνεται η συνεχής γεωγραφική και κοινωνική κινητικότητά τους. Η προσαρμογή του ατόμου στην ρευστότητα της κοινωνικής δομής και οργάνωσης τελικά ανάγεται από μορφή κοινωνικής παθολογίας σε ¨κανονικότητα¨.
Συμπερασματικά θα λέγαμε ότι τα εκπαιδευτικά συστήματα ήταν και είναι αλληλοεξαρτώμενα. Τα σημερινά σχολεία επίσης αλληλοεξαρτώνται, αφού αφ ενός μεν δεν μπορούν πια να έχουν εθνικά σύνορα,  αφ’ ετέρου εξελίσσουν την στοχοθεσία τους συνεχώς  προσπαθώντας να συμβαδίζουν με τους παγκόσμιους κοινωνικο-οικονομικούς μετασχηματισμούς και ανακατατάξεις.
 Στη σύγχρονη Ελλάδα, το δωρεάν δημόσιο εννεατάξιο σχολείο και η τεχνικοεπαγγελματική εκπαίδευση ελάχιστα  ωφελήθηκαν από την κοινοτική στήριξη. Ενδεχόμενα λόγω του πελατειακά δομημένου κράτους, από τον 19ο  ακόμα αιώνα και της ως εκ τούτου  κακοδιαχείρισης. Ίσως όμως και από την καθυστερημένη ένταξη της στην Κοινότητα. Ο τομέας των ΤΠΕ και ο κλάδος της Πληροφορικής  αποτέλεσαν το επίκεντρο της κρατικής φροντίδας, που έδειξε αξιοσημείωτη δραστηριότητα στη σχολική δημιουργία και οργάνωση. Και στον τομέα της καλλιτεχνικής εκπαίδευσης όμως έγιναν  σημαντικά βήματα, αλλά εδώ όχι αρκετά ολοκληρωμένα. Αυξήθηκε σημαντικά ο αριθμός των εξειδικευμένων εκπαιδευτικών των Τεχνών & Πολιτισμού στην Δευτεροβάθμια εκπαίδευση και θεσμοθετήθηκε η παρουσία τους με νόμο στην Πρωτοβάθμια. Η συγγραφή βιβλίων για τον τομέα των Τεχνών στην υποχρεωτική εκπαίδευση, αν και επικρίθηκε αρκετά, δεν παύει να συνιστά μια ελληνική καινοτομία, ενώ αντίθετα αυτά που προορίστηκαν για την τεχνικοεπαγγελματική εκπαίδευση έτυχαν ευνοϊκότερης αποδοχής. Σημαντικό βήμα επίσης έγινε με την καθιέρωση του θεσμού των υπευθύνων Σχολικών Δραστηριοτήτων, που ενίσχυσε σε σημαντικό βαθμό την εξωστρέφεια των σχολείων και της σχολικής δραστηριότητας.

V. ΣΥΝΟΨΗ
Οι εκπαιδευτικές καινοτομίες που υποστηρίχθηκαν από τις Ευρωπαϊκές ντιρεκτίβες  μετα την δημοσίευση της «Λευκής Βίβλου» του 95, είναι αποτελέσματα της πρώτης συγκροτημένης απόπειρας της Κοινότητας να εντάξει την εκπαίδευση και κατάρτιση στο κέντρο της στρατηγικής  για οικονομική και κοινωνική συνοχή. Δόθηκε έμφαση στην επιμόρφωση εκπαιδευτικών κυρίως στις επιστήμες της Αγωγής, της Υγείας, της Περιβαλλοντικής εκπαίδευσης και της Πληροφορίας, όπως και την Διαβίου εκπαίδευση, το Ολοήμερο σχολείο και το «Νέο Σχολείο-Σχολείο του 21ου αι». Η σημαντικότερη ίσως καινοτομία που σίγουρα οφείλεται στην σύγκλιση του ελληνικού σχολείου με τα ευρωπαϊκά πρότυπα είναι η καθιέρωση  του μοντέλου ενεργητικής μάθησης μέσω των Βιωματικών δράσεων, της Ερευνητικής Εργασίας και του «Τεχνήματός» της. Αυτό που απομένει να υποστηριχθεί περαιτέρω είναι η δημιουργικότητα, όμως αυτό μπορεί να γίνει μόνο μέσα από την προώθηση του Πολιτισμού και των δραστηριοτήτων του [23].
Αν θεωρήσουμε σαν δεδομένα, όπως προφήτευσε ο E.Gombrich στην τελευταία συνέντευξη της χιλιετίας, [24]ότι: Η ανάπτυξη των Τεχνών και του Πολιτισμού ήταν το χαρακτηριστικό γνώρισμα των κοινωνιών του 19ου.  Η ανάπτυξη των Επιστημών και της τεχνολογίας στον τομέα της διακίνησης των ιδεών διέκρινε τον 20ο. Ενώ  η  αλματώδης εξέλιξη της Τεχνολογίας και της Βιοχημείας θα χαρακτηρίσει τον  21ο , τότε γίνεται εύκολα αντιληπτό εδώ, ότι η εστίαση της εκπαιδευτικής πολιτικής και δραστηριότητας στον Πολιτισμό είναι σημαντικότατο εργαλείο που μακροπρόθεσμα μπορεί να επιφέρει την πολυπόθητη ανάπτυξη.   Η καινοτομική δημιουργική σκέψη, που απαιτείται εδώ, καλλιεργείται άραγε μόνο μέσα από «γνωσιοκεντρικές» εκπαιδευτικές διαδικασίες και πρακτικές ή καλλιεργείται κυρίως μέσα από την δημιουργικότητα, που αποδειγμένα αναπτύσσει η καλλιτεχνική εκπαίδευση [25] ;

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

1.           Αργκάν Τζ. Κ. «Η Μοντέρνα Τέχνη» Πανεπιστημιακές εκδόσεις Κρήτης/ Ανωτ.Σχ.Καλών Τεχνών. Ηράκλειο 1988
2.           Anweiler O. « Εκπαιδευτικά συστήματα στην Ευρώπη. Εκδ. αφοι Κυριακίδη Θεσσαλονίκη 1987
3.           Γιοφύλλης Φώτος. Ιστορία της Νεοελληνικής Τέχνης, 1821-1941. Έκδοση Το Ελληνικό Βιβλίο, Αθήνα 1963, σελίδα 244.
4.           Γκόβαρης Χ-Ρουσάκης Ι. Ευρωπαϊκή Ένωση-Πολιτικές στην εκπαίδευση. Εκδ. Παιδαγωγικό Ινστιτούτο Αθήνα 2008.
5.           Chapman L. «Διδακτική της Τέχνης- Προσεγγίσεις στην καλλιτεχνική Αγωγή». Εκδόσεις Νεφέλη-Βιβλιοθήκη της τέχνης, Αθήνα 1993.
6.            Δημαράς Α. «Το αλφαβητάρι με τον ήλιο». Εκδοτική Ερμής Αθήνα 1976, ανατύπωση Εστία-Κολλάρος Αθήνα 1997
7.           Κωτίδης Αντ. «Μοντερνισμός και ¨Παράδοση¨ στην ελληνική τέχνη του μεσοπολέμου». Έκδοση University Studio Press, Θεσσαλονίκη 1993
8.           Κωτίδης Αν. « Ο ζωγράφος Μαλέας» Διδ. Διατ.  Φ.Σ. Α.Π.Θ. Καθ Χρ. Χρήστου. Θεσσαλονίκη  1982. Και Κωτίδης Αν. «Μαλέας» Εκδόσεις Αδάμ, Αθήνα 2002.
9.           Λαμπράκη-Πλάκα Μαρίνα. «Μπάουχαουζ». Εκδόσεις Νεφέλη-Βιβλιοθήκη της Τέχνης. Αθήνα 1986.
10.        Μπουζάκης Σήφης. Εκπαιδευτικές μεταρρυθμίσεις στην Ελλάδα. Πρωτοβάθμια και Δευτεροβάθμια Γενική και Τεχνικοεπαγγελματική εκπαίδευση. Τόμος Α΄. Μεταρρυθμιστικές προσπάθειες 1913-1929. Εκδόσεις Gutenberg. Αθήνα 1994.
11.        Μπουζάκης Σήφης Νεοελληνική Εκπαίδευση 1821-1998. Τεκμήρια-Μελέτες Ιστορίας Νεοελληνικής Εκπαίδευσης. Εκδόσεις Gutenberg, Αθήνα  2001.
12.        Ρόμπινσον Κ. Οι Τέχνες στα σχολεία. Αρχές-πρακτικές-προβλέψεις. Εκδ. Καστανιώτης-Αισθητική Αγωγή, Αθήνα 1999.
13.        Τσουκαλάς Κ. Εξάρτηση και αναπαραγωγή, ο κοινωνικός ρόλος των εκπαιδευτικών μηχανισμών στην Ελλάδα(1830-1922). Εκδόσεις Θεμέλιο, ιστορική βιβλιοθήκη, Αθήνα 1992.
14.        Fullat O. «Μακαρένκο Άντον Σεμιόνοβιτς» Στο: Δεκαπέντε Παιδαγωγοί- σταθμοί στην Ιστορία της Παιδαγωγικής σκέψης Επιμέλεια: Soetard Michel. Εκδόσεις Μεταίχμιο, Αθήνα 2000



ΑΡΘΡΟΓΡΑΦΙΑ- Συλλογικοί Τόμοι.

15.        Polito Ant. « Η Τέχνη του 20ου αι. είναι ασήμαντη μπροστά στην πρόοδο της επιστήμης. Μία αποτίμηση της εκατονταετίας που φεύγει» Εφημερίδα  «Το Βήμα» 23-9-1999.
16.        Δεκαπέντε Παιδαγωγοί- σταθμοί στην Ιστορία της Παιδαγωγικής σκέψης Επιμέλεια: Soetard Michel. Εκδόσεις Μεταίχμιο, Αθήνα 2000
17.        Φιλοσοφικό-Κοινωνιολογικό Λεξικό. Εκδοση Κ.Καπόπουλος Αθήνα 1995 Βώρος Φ. λήμμα:  Κομένιος



















[1] Μπουζάκης Σήφης. Εκπαιδευτικές μεταρρυθμίσεις στην Ελλάδα. Πρωτοβάθμια και Δευτεροβάθμια Γενική και Τεχνικοεπαγγελματική εκπαίδευση. Τόμος Α΄. Μεταρρυθμιστικές προσπάθειες 1913-1929. Εκδόσεις Gutenberg. Αθήνα 1994, σελίδα 149.
[2] Γιοφύλλης Φώτος. Ιστορία της Νεοελληνικής Τέχνης, 1821-1941. Έκδοση Το Ελληνικό Βιβλίο, Αθήνα 1963, σελίδα 244.
[3]Αναφορά του σχετικού προβλήματος γίνεται στο:  Τσουκαλάς Κ. Εξάρτηση και αναπαραγωγή, ο κοινωνικός ρόλος των εκπαιδευτικών μηχανισμών στην Ελλάδα(1830-1922). Εκδόσεις Θεμέλιο, ιστορική βιβλιοθήκη, Αθήνα 1992.

[4] Με αποκλειστικές σχολαστικές αναφορές στην κλασική Αρχαιότητα .
[5] Μπουζάκης Σήφης Νεοελληνική Εκπαίδευση 1821-1998. Τεκμήρια-Μελέτες Ιστορίας Νεοελληνικής Εκπαίδευσης. Εκδόσεις Gutenberg, Αθήνα  2001. Τ. γ΄.
[6] Αξιοσημείωτο είναι ότι και στα δύο σχολεία διδάσκονται μουσική, ευρωπαϊκή και εκκλησιαστική, βασικά μαθήματα ελευθέρου σχεδίου και δύο ξένες γλώσσες, συνήθως Γαλλικά και Ιταλικά.
[7] Η λειτουργία και τα προγράμματα των σχολείων αυτών περιγράφονται από τον Κ Αμαντο   και στα : Clogg R   « Ο Parsons και ο Fisk στη Χίο» περιοδικό: Ο Ερανιστής», τευχ.30 Τ.Ε΄ (1967 ). Αλλά και Χατζόπουλος Κ. «Ελληνικά σχολεία στην περίοδο της Οθωμανικής κυριαρχίας» εκδ. Βάνιας Θεσσαλονίκη 1991. και Βαλέτας Γ. «Ιστορία της Ακαδημίας Κυδωνιών» Μικρασιατικά χρονικά τ.4 145-206 Αθήνα 1948. επίσης στο : Ευαγγελίδης. «Η παιδεία επι Τουρκοκρατίας…». Εκδ. …τύποις Χαλκιόπουλου Αθήνα 1936 επίσης στο άρθρο Αγνώστου στο περιοδικό Ξενοφάνης,τ. Β΄ Αθήνα 1904-1905. όπως και στο άρθρο του rev. Jowett W: « Αι Κυδωνίαι κατά το 1818» περιοδικό Η Μελέτη μετ. Κωνσταντινίδη Μ Αθήνα 1909 σελ 109-113.
[8] Πολίτη του Κόσμου, κατά την βιβλιογραφική έννοια της εποχής, σημερινά  συνώνυμα: Διεθνισμού ή Υπερεθνικού.
  [9]  (Joh.Amos Comensky, εκλατινισμένο, Comenius 1592-1672).
Υπήρξε πρωτοπόρος της σύγχρονης  παιδαγωγικής σκέψης που θέλησε να την αναδείξει σε αυτόνομη επιστήμη. Πίστευε σε ένα μεταρρυθμιστικό εκπαιδευτικό σύστημα, με βασικές αρχές τη μόρφωση των νέων της χώρας του σύμφωνα με την εθνική αλλά και την ευρωπαϊκή πολιτιστική παράδοση όπως και την πολιτιστική συ­νεργασία των κρατών της Ευρώπης με απώτερο σκοπό την πολιτική ενότητα τους και την ειρήνη. Ως μοναδικό μέσο για την επίτευξη αυ­τού του σκοπού θεωρούσε την ενιαία εκπαίδευση, που θα οδηγούσε έτσι τους λαούς στην παγκόσμια γνώση και στην παγκόσμια αρμονία. Από το: Houssaye J., Δεκαπέντε παιδαγωγοί-σταθμοί στην ιστορία της παιδαγωγικής σκέψης, Έκδοση Μεταίχμιο, Αθήνα,  2000, σελ28.αλλά και : Από Βώρος Φ. Κομένιος στο Φιλοσοφικό-Κοινωνιολογικό Λεξικό. Εκδοση Κ.Καπόπουλος Αθήνα 1995. Βλ σχετ.βιβλιογρ.: Albert Reble, Ιστορία της Παιδαγωγικής (μετ. Θ. Χατζηστεφανίδης.
[10] Bauhaus, Arts and Crafts: Καλλιτεχνικά κινήματα που έχουν σαν κύριο στόχο το Καλλιτεχνικό  χρηστικό αντικείμενο και την σχέση του με την Βιομηχανική παραγωγή. Το σχολικό  καταστατικό του Μπάουχάουζ που ίδρυσε ο  σοσιαλδημοκράτης W.Gropius (1883-1969) στην Βαϊμάρη αποβλέπει ειδικότερα στην διασύνδεση του σχολείου με την καλλιτεχνική δημιουργία και θεωρεί σαν κύρια κοινωνική αποστολή του καλλιτέχνη την διδασκαλία. Η διδασκαλία του είχε δομηθεί πάνω στην δημοκρατική ιδεολογία στην αρχή της ισότιμης συνεργασίας και της κοινής έρευνας δασκάλων και διδασκομένων . Το σχολείο διαλύεται από τους Ναζί το 1933. Από το: Αργκάν Τζ. Κ «Η Μοντέρνα Τέχνη» Πανεπιστημιακές εκδόσεις Κρήτης. Ηράκλειο 1988, σ.209-303.
[11]  Το κίνημα Arts and Crafts  του ¨ στρατευμένου¨ σοσιαλιστή William Morris(1834-1896)  και του W.Crane (1845-1915), ανέδειξε το καλλιτεχνικά εικονογραφημένο λαϊκό βιβλίο σαν δυναμικό συντελεστή εκπαίδευσης μέσω της Τέχνης. Από το:  Αργκάν Τζ. Κ «Η Μοντέρνα Τέχνη» οπ.π              
[12] Αντ. Κωττίδης:  Ο ζωγράφος Κ.Μαλέας, Διδ. Διατ.  Φ.Σ. Α.Π.Θ. Καθ Χρ. Χρήστου. Θεσσαλονίκη  1982.  
[13] Βλ.σχ. στα: Δημαράς Α. «Το αλφαβητάρι με τον ήλιο». Εκδοτική Ερμής Αθήνα 1976, ανατύπωση Εστία-Κολλάρος Αθήνα 1997 & Κωτίδης Αν. « Ο ζωγράφος Μαλέας»…..οπ.π
       [14] Ο Μακαρένκο, (Ουκρανία 1888- Μόσχα 1939)  ανέδειξε στην εκπαιδευτική του μέθοδο τη μάζα  και την ομάδα ως σημαντικότατο παράγοντα όπως άλλωστε και ο Βρετανός συνταγματάρχης  Baden Powell έκανε. Ανακάλυψε ότι το πιο σημαντικό στοιχείο στο μαρξισμό είναι ο νέος άνθρωπος, όχι ένας έτοιμος άνθρωπος, αλλά ένας άνθρωπος που μπορεί να φτιαχτεί. Για τον μαρξισμό η εργασία δεν έχει μόνο μια οικονομική αξία ως παραγωγή αγαθών, η μεγάλη της αξία είναι ανθρωπογεννετική, η εργασία γεννά το νέο άνθρωπο. Από το Fullat O. «Μακαρένκο Άντον Σεμιόνοβιτς» Στο: Δεκαπέντε Παιδαγωγοί- σταθμοί στην Ιστορία της Παιδαγωγικής σκέψης Επιμέλεια: Soetard Michel. Εκδόσεις Μεταίχμιο, Αθήνα 2000 σελ223-239.

[15] Anweiler O. « Εκπαιδευτικά συστήματα στην Ευρώπη. εκδ αφοι Κυριακίδη Θεσσαλονίκη 1987 σελ 219-240.
[16] Anweiler O.  « Εκπαιδευτικά συστήματα οπ.π….σ.241-2.
[17] Μ.Λ.Πλάκα  Το σχολείο του Bauhaus διαλύθηκε από τους Ναζί το 1933,  δάσκαλοι και μαθητευόμενοι μετανάστευσαν το 37 στην τότε εκπαιδευτικά αναπτυσσόμενη Αμερική.
[18] Chapman L. «Διδακτική της Τέχνης- Προσεγγίσεις στην καλλιτεχνική Αγωγή». Εκδόσεις Νεφέλη-Βιβλιοθήκη της τέχνης, Αθήνα 1993.

[19] Γκόβαρης Χ-Ρουσάκης Ι. Ευρωπαϊκή Ένωση-Πολιτικές στην εκπαίδευση. Εκδ. Παιδαγωγικό Ινστιτούτο Αθήνα 2008. Σελ.14-15

 [20] Μπουζάκης  Νεοελληνική εκπαίδευση 1821-1998: κεφ. Εξαρτημένη ανάπτυξη  104-105

[21] Δικτατορία Ιωαννίδη μετα το «Κίνημα του Ναυτικού».
[22]Γκόβαρης Χ-Ρουσάκης Ι. Ευρωπαϊκή Ένωση-Πολιτικές στην εκπαίδευση.Σελ 17.
[23]Το άρθρο 16 του Συντάγματος του 1975 καθορίζει την εννεαετή υποχρεωτική φοίτηση  και στην  παρ. 1 αναφέρεται ότι: Η τέχνη η επιστήμη η έρευνα  και η διδασκαλία είναι ελεύθεραι, η δε ανάπτυξις  και προαγωγή αυτών αποτελεί υποχρέωσιν του Κράτους. (ΦΕΚ 111 της 9 Ιουνίου  τ. Α΄)- Βασικό Νομοθετικό πλαίσιο, Π.Δ.132/ΦΕΚ 53,τευχ.1.10 Απριλίου 1990, σελ545-549.και  N.2817/2000 (ΦΕΚ78τΑ/14-3-2000).  ( Περί ειδικοτήτων στο Δημοτικό Σχολείο).
[24] Polito Ant. « Η Τέχνη του 20ου αι. είναι ασήμαντη μπροστά στην πρόοδο της επιστήμης. Μία αποτίμηση της εκατονταετίας που φεύγει» Εφημερίδα  «Το Βήμα» 23-9-1999
[25] Βλέπε σχετικά στο: Ρόμπινσον Κ. Οι Τέχνες στα σχολεία. Αρχές-πρακτικές-προβλέψεις. Εκδ. Καστανιώτης-Αισθητική Αγωγή, Αθήνα 1999.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου