Πέμπτη 24 Απριλίου 2014

ΕΙΚΟΝΟΓΡΑΦΗΣΕΙΣ ΕΛΛΗΝΙΚΩΝ ΑΛΦΑΒΗΤΑΡΙΩΝ 1830-1937. Η εικόνα της καλλιτεχνικής δραστηριότητας στην Ελλάδα μέσα από το πρώτο εργαλείο της εκπαίδευσης.

Τα  πρώτα έντυπα Ελληνικά αλφαβητάρια βλέπουν το φως στην Αναγεννησιακή Ευρώπη σαν εμπορικά προϊόντα πού προορίζονται αρχικά για  ενήλικες και αργότερα σαν δώρα πλούσιων ομογενών, κυρίως εμπόρων, προς τον υπόδουλο λαό. Στις αρχές του 19ου αιώνα εμφανίζονται αλφαβητάρια  εκκλησιαστικής προέλευσης, τόσο από την πλευρά του Πατριαρχείου, όσο και από Προτεστάντες Ιεραπόστολους πού ουσιαστικά διδάσκουν την τυπογραφία στους  αγωνιζόμενους εκείνο τον καιρό Έλληνες.
            Μετά την σύσταση του νέου ελληνικού κράτους η επιτροπή πού αναλαμβάνει να οργανώσει τη στοιχειώδη εκπαίδευση διαλέγει τα Γαλλικά διδακτικά πρότυπα και έτσι τα σχολικά  πράγματα της χώρας   ακολουθούν, με το Διάταγμα 1032/12 Ιουλίου 1830, την αλληλοδιδακτική μέθοδο του Διευθυντή του Πρότυπου Αλληλοδιδακτικού Σχολείου των Παρισίων Sarazin. Το βοήθημα  πού διανέμεται στους εκπαιδευτικούς δεν είναι παρά η μετάφραση του συγγράμματος του, μεταφρασμένο όμως από τον Ι. Κοκκώνη. Δεν είναι παράδοξο λοιπόν τα διάφορα αλφαβητάρια πού εμφανίζονται την περίοδο αυτή να διακοσμούνται απλά, χωρίς οι εικονογραφήσεις τους να έχουν άμεση σχέση με τα κείμενα  με κλεμμένες παραστάσεις από άλλα παλαιότερα αλφαβητάρια ή ακόμα και από άλλου είδους έντυπα. Ακόμα και η γλώσσα τους δεν είναι αυτή πού μιλιέται στην Ελλάδα αλλά  η αρχαιοπρεπής εικόνα πού υπάρχει στην Ευρώπη για τα ελληνικά.        Για πρώτη φορά στα 1860 εμφανίζεται (σε έκτη έκδοση)  αλφαβητάριο πού εικονογραφείται και υπογράφεται από έλληνα καλλιτέχνη εικονογράφο, τον Ιωάννη Πλατύ. Αυτός έχει σπουδάσει στο Σχολείο των Τεχνών ζωγραφική και χαρακτική με την υποστήριξη του λόγιου Φαναριώτη Αλέξανδρου Ρίζου Ραγκαβή που εκείνα τα χρόνια μεσουρανεί στην κοσμική και φιλολογική Αθήνα.  Δεν πρέπει να μας παραξενεύει όμως ο θεματικός προσανατολισμός των εικονογραφήσεών του αυτών στα γερμανικά ρομαντικά πρότυπα, που εξάλλου υπάρχουν και στα γραπτά του προστάτη του κατά την ίδια περίοδο. Το ιδίωμα της σχολής του Μονάχου κυριαρχεί στους χώρους του Αθηναϊκού πνεύματος και η ξυλογραφία, μέχρι το 1917, δεν έχει καλλιτεχνική υπόσταση αφού θεωρείται χρηστική τέχνη. Παράλληλα  τον ίδιο καιρό καταγράφεται αξιοσημείωτη δραστηριότητα συλλόγων με φιλεκπαιδευτικό χαρακτήρα , τόση ώστε ο Δ. Χαραλάμπους να αναφέρει  την ύπαρξη 82 τέτοιων κατά το1874.
      Σε λίγο, στα 1880, αλλάζει και το σύστημα διδασκαλίας της γλώσσας, το γαλλικό «αλληλοδιδακτικό» του Sarazin αντικαθίσταται από την Γερμανικής προέλευσης  μέθοδο «των αρχοειδών λέξεων».  Το αλφαβητάριο του Vogel ορίζεται σαν πρότυπο για την  συγγραφή των ελληνικών, με προκήρυξη του Υπουργείου Παιδείας του 1893, προκαλώντας έτσι έναν ορυμαγδό ετερόκλητων εικονογραφήσεων, άλλες φορές απευθείας αντιγραμμένων από τα γερμανικά πρότυπα και άλλες φορές καμωμένων από αυτόχθονες, λαϊκούς κυρίως, τεχνίτες με αρχαιοπρεπή νεοκλασικότροπη θεματογραφία.  Τα αλφαβητάρια αυτά, πού οι εικονογραφήσεις τους κινούνται περίπου στα πρότυπα των ιεραποστολικών αλφαβηταρίων, μας είναι σήμερα γνωστά σαν τα «των ίων και των ωών».  O φυσιογνωστικός προσανατολισμός των εικονογραφήσεων της περιόδου αυτής μέσω των εικόνων κυνηγιού, ψαρέματος και ζωής στο χωριό, στα Γερμανικά πρότυπα αλφαβητάρια, προέρχεται από την επιθυμία των λαϊκών στρωμάτων για τον «χαμένο παράδεισο», που οδήγησε στην ίδρυση φυσιολατρικών συλλόγων στην Αυστρία και Γερμανία ήδη από τα μέσα του19ου αιώνα .     Στην Ελλάδα εν τω μεταξύ,  η διαμάχη για την γλώσσα που έχει γίνει σταδιακά θέμα ευρύτερης ιδεολογικής έριδας,  έχοντας χάσει τον στενά φιλολογικό της χαρακτήρα, αποκτά αιματηρές διαστάσεις. Έτσι στα γεγονότα  πού μας είναι γνωστά σαν Ευαγγελιακά (1901) και Ορεστιακά (1903)  χάνουν την ζωή τους αρκετοί διαδηλωτές. Το 1903 εκδίδεται το περιοδικό ο "Νουμάς" και  το 1904 ιδρύεται η εταιρεία "Εθνική Γλώσσα" πού υποστηρίζουν τον Δημοτικισμό. Ταυτόχρονα αρχίζει να διαφαίνεται και  η πρώτη άμεση και συστηματική αντιπαράθεση ανάμεσα στους ασυμβίβαστους εθνικισμούς των Βαλκανικών κρατών. Η δημοτική αρχίζει σιγά- σιγά να κερδίζει έδαφος σαν πιο λειτουργική για τους σκοπούς της επιχειρούμενης, ήδη από το 1870, πολιτιστικής διείσδυσης  μέσω της εκπαίδευσης των νεαρών ηλικιών, στα ερείπια  της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, όπου φυσικά υπάρχουν και μη ελληνόφωνοι πληθυσμοί. Έτσι από το 1910 έως το 1913  εκδίδονται στο Μοναστήρι, την Κωνσταντινούπολη και την Σμύρνη περίπου 12 αλφαβητάρια γραμμένα στην δημοτική, σχεδόν πάντα  από ιδιωτική πρωτοβουλία.  Είναι αξιοπρόσεκτη σύμπτωση η παρουσία του Ι. Δραγούμη, σαν διπλωμάτη μορφωτικού ακόλουθου ή πρόξενου, εκείνη την περίοδο πάρα πολύ κοντά στα εκδοτικά τους κέντρα.          
     Στα 1910 ιδρύεται ο Εκπαιδευτικός Όμιλος με σκοπό την αναμόρφωση της ελληνικής παιδείας.  Τα μέλη του προέρχονται από την συντηρητική «Εταιρία Εθνική γλώσσα» του Ι. Δραγούμη, την «Κοινωνιολογική Εταιρία» του Α. Παπαναστασίου, καθώς και από τον παιδαγωγικό-λογοτεχνικό χώρο από όπου και προέρχονται οι Α.Δελμούζος, Παπαμαύρος, Ν. Καζαντζάκης, Δημοσθένης Ανδρεάδης, Π. Νιρβάνας, Λ. Μαβίλης, Π. Δέλτα.  Το 1912 ο Ε.Ο συντάσσεται ανεπίσημα με τους Φιλελεύθερους, τα μέλη του συνεργάζονται το 1913 στην εκπόνηση των εκπαιδευτικών νομοσχεδίων με τον Ι. Τσιριμώκο και το 1917 δημιουργούν και οργανώνουν την εκπαιδευτική μεταρρύθμιση του 1917-20.  Με νομοσχέδιο πια η δημοτική διδάσκεται στο σχολείο και τα αλφαβητάρια   γράφονται σε αυτήν (ν.887/1917 άρθρο 2).  Από το 1917 έως το 1920 οι εικονογραφήσεις των αλφαβηταρίων ανατίθενται σε δραστήριους καλλιτέχνες, όπως ο γλύπτης, ζωγράφος και εξ επαγγέλματος εικονογράφος βιβλίων Πέτρος Ρούμπος, ο νεαρός τότε ζωγράφος Νικόλαος Λύτρας και ο «Μαλλιαρός» διανοούμενος, Κωνσταντίνος Μαλέας.  
        Έτσι για πρώτη φορά στην ιστορία του ελληνικού σχολικού βιβλίου, αν εξαιρεθεί η περίπτωση του αλφαβηταρίου του Ι. Πλατύ,  παρουσιάζονται  πρωτότυπες εικονογραφήσεις, που δημιουργούνται με αισθητικά κριτήρια και αναφέρονται άμεσα στα κείμενά του. Η επιλογή των καλλιτεχνών αυτών δεν είναι τυχαία. Κοινά  σημεία των δημιουργών αυτών,  εκτός από το ότι το καβαλέτο δεν είναι το μοναδικό πεδίο της πνευματικής τους μάχης,  είναι τόσο ο νεωτεριστικός   προσανατολισμός  της τέχνης τους   όσο και οι επαγγελματικές και ιδεολογικές τους συγκλίσεις με τους ανθρώπους του Δημοτικισμού όπως είναι η Π. Δέλτα, ο δημοσιογράφος Ν. Γιαννιός και ο   «νονός» του «Μαλλιαρισμού»  Κ. Πασαγιάννης.
         Ας μην μας παραξενεύει το γεγονός ότι οι  εικονογράφοι μας είναι     ζωγράφοι και γλύπτες και όχι χαράκτες, γιατί ήδη στα 1917 η  τσιγκογραφία έχει εκτοπίσει πλήρως την ξυλογραφική αναπαραγωγή των εικονογραφήσεων στα έντυπα της εποχής και ήδη το προϋπάρχον τμήμα της χαρακτικής στο Σχολείο των Τεχνών έχει πάψει να λειτουργεί αφού η έλλειψη χρηματοδότησης προκαλεί αλλεπάλληλες παραιτήσεις διαμαρτυρίας του δάσκαλου Ν. Φέρμπου.     Η φωτοτσιγκογραφία αντίθετα διδάσκεται από τον καθηγητή της Σιδηροδρομικής  Ι . Ζωχιό στο Πολυτεχνείο σαν απόδειξη του τεχνολογικού και χρηστικού της χαρακτήρα.  Η Ελληνική τέχνη, το αντιφατικό αυτό υβρίδιο ήδη από εκείνη την εποχή, παλινδρομεί ανάμεσα στις βαρετές αναμνήσεις της ακαδημίας του Μονάχου και την απειλητική Παρισινή ελευθερία, ενώ από τις αρχές του αιώνα υποφώσκει ο αρχόμενος εδώ και καιρό εθνικισμός, κρυμμένος πίσω από τον ελληνοκεντρικό συμβολιστικό μοντερνισμό του Παρθένη εκφραστή των, συχνά αντιφατικών, κηρυγμάτων του Περικλή Γιαννόπουλου για Ελληνικό φως και Ελληνική Τέχνη.  Το 1917 είναι σημαντικός σταθμός και για τα εικαστικά πράγματα  γιατί είναι η χρονιά που μια παρέα νεαρών καλλιτεχνών διαχωρίζει τη θέση της, με το συμβολικό σχίσιμο έργου του Νικόλαου Λύτρα  στην ετήσια έκθεση του  Συνδέσμου Ελλήνων Καλλιτεχνών, από την καφετιά γερμανική καταχνιά.  Οι ριζοσπαστικές ιδέες της ομάδας «Τέχνη», όπως τελικά την ονομάζουν, με τις διεθνιστικές ιδέες και τη ¨γαλλοτραφή¨ παιδεία στην ουσία είναι το εικαστικό αντίστοιχο των φιλελεύθερων ιδεών του Ε. Βενιζέλου και του Α. Παπαναστασίου, που σύντομα γίνονται πελάτες, προστάτες και θαυμαστές τους.  Ο Βενιζέλος φαίνεται ότι έχει διδαχθεί από τον Κλεμανσό την πραγματική ανάγκη του πολιτικού να συναναστρέφεται σημαντικούς καλλιτέχνες πράγμα που ο «αριστερός» Παπαναστασίου γνώριζε από πάντα. 
     Το 1920 είναι η μαύρη χρονιά του ελληνικού σχολικού βιβλίου.   Ο Βενιζέλος, παρά τα εντυπωσιακά διπλωματικά του επιτεύγματα στο Παρίσι, χάνει με σημαντικό ποσοστό τις  εκλογές και απογοητευμένος αυτοεξορίζεται.  Η εκπαιδευτική μεταρρύθμιση μένει έτσι εκτεθειμένη στις μεσαιωνικές ορέξεις καθαρευουσιάνικων ιεροεξεταστικών επιτροπών που με νόμο πια αποφασίζουν για τα αλφαβητάρια της δημοτικής: «Να εκβληθώσι πάραυτα εκ των σχολείων και νά καώσι…….. ως έργα ψευδούς και κακοβούλου προθέσεως».
Στην θέση των καλαίσθητων αλφαβηταρίων, από την επιτροπεία των «ιεροεξεταστών», εγκρίνονται ανατυπώσεις παλαιότερων καθώς και μερικά προσαρμοσμένα στις «νέες» απαιτήσεις με συμφύρματα  ετερόκλητων εικονογραφήσεων και κειμένων που περιλαμβάνουν από κλεμμένες παραστάσεις γαλλικών και γερμανικών βιβλίων, χονδροκαμωμένες θρησκευτικές παραστάσεις, άσκοπους γλωσσοδέτες ακόμα και φωτογραφίες του βασιλιά Γεώργιου  Β'  και ένστολων ευρωπαίων στρατιωτικών.  Με αυτόν τον τρόπο ο Γερμανοτραφής έγχελυς ( κοινά χέλι, ή στα Γερμανικά Aal) καταφέρνει να τρυπώσει στα  "αντί-μεταρρυθμιστικά Ία και Ωά".   Οι αλλεπάλληλοι και συνεχείς γλωσσοδέτες τους έχουν την ικανότητα να ξεγελούν  ακόμα και τους συγγραφείς των κειμένων τους. Με την  ολοφάνερη  προχειρότητά τους τόσο στην συγγραφή όσο και στην εικονογράφηση μοιάζουν σαν τον επιθανάτιο ρόγχο ενός παλιού και σκοτεινού κόσμου που αργοπεθαίνει, πράγμα πού βέβαια απέχει πολύ από το τελικό αποτέλεσμα.  Οι Ιεροεξεταστές πολέμιοι της δημοτικής χάνουν την εξουσία τους με τον οδυνηρότερο τρόπο, η Μικρασιατική καταστροφή και το ενάμισι εκατομμύριο πρόσφυγες βυθίζουν τη χώρα σε ψυχολογική και οικονομική απόγνωση.
     Την περίοδο από το 1922 έως το '28 κυκλοφορούν δύο νέα αλφαβητάρια    της δημοτικής εικονογραφημένα από καλλιτέχνες που αποδέχονται κυρίως οι συντηρητικοί κύκλοι της εποχής, τον ηθογράφο Α. Γεραλή και τον πολιτικό γελοιογράφο Φωκίωνα Δημητριάδη. Την περίοδο αυτή η διαδικασία εκβιομηχάνισης συνεχίζεται με εντατικότερους ρυθμούς, το ξένο κεφάλαιο –πού ως τότε είχε μικρή παρουσία κυρίως σε στρατιωτικού χαρακτήρα επενδύσεις- αρχίζει να παίζει σημαντικότατο ρόλο στην ανάπτυξη της βιομηχανίας, το προσφυγικό δυναμικό εξάλλου προσφέρει αρκετή πρώτη ύλη, φθηνά εργατικά χέρια και ψυχές.  Στα 1928 με τον Ν 3438 που καθορίζονται οι όροι συγγραφής εικονογραφούνται τρία αλφαβητάρια από τους έμπειρους ζωγράφους και εικονογράφους Όθωνα Περβολαράκη, πού εύκολα μπορούμε να  χαρακτηρίσουμε  σαν Πατριάρχη των γραφικών τεχνών στην Ελλάδα, τον Φώτη Κόντογλου και τους πρώτους διαφημιστές στην Ελλάδα, τους  Καστανάκη  και  Σπαχή.
       Το "κραχ" του Χρηματιστηρίου της Νέας Υόρκης (1928-1931) συμπαρασύρει την ήδη ευαίσθητη ελληνική οικονομία,  πού βασίζει την μέχρι τότε βιωσιμότητά της, σύμφωνα με τον R. Glogg, στην διακύμανση της τιμής της σταφίδας και την εισροή του συναλλάγματος των μεταναστών κυρίως από τις Η.Π.Α,  προκαλώντας με αυτόν τον τρόπο μια σοβαρότατη κρίση και στην βιβλιαγορά.  Οι διαδοχικοί νόμοι 5045/1931 και 5911/1932 του Γ. Παπανδρέου βοηθούν τους εκδοτικούς οίκους να απευθυνθούν σε ένα σταθερό και μεγαλύτερο κοινό, το μαθητικό.  Αυτοί τους χρησιμοποιούν με τον καλύτερο τρόπο, επιλέγουν τους διαπρεπέστερους εικονογράφους και κειμενογράφους παρουσιάζοντας - είναι αλήθεια – θελκτικότατα προϊόντα.  Σε αυτή τη περίοδο παρουσιάζεται και το απάνθισμα των αλφαβηταρίων που συν-γράφει, η μαχητική φεμινίστρια και πέτρα του σκανδάλου για τα Μαρασλειακά, Ρόζα Ιμβριώτη και εικονογραφεί ο πατέρας της νεότερης ελληνικής χαρακτικής Γιάννης Κεφαληνός.  Τότε επίσης  (1934)  παρουσιάζεται, από τον εκδοτικό οίκο «Κολάρου» και το βιβλιοπωλείο Εστία,  το αλφαβητάριο που ακροβατεί ανάμεσα στην εικονογράφηση και τις πλαστικές εικαστικές αναζητήσεις του Περικλή Βυζάντιου, πρωτοπόρου για την εποχή του ζωγράφου και βασικού συντελεστή της ομάδας «Τέχνη» και «Ομάδα Τέχνης’30».  Αλφαβητάρια επίσης μέχρι το 1937 - που δημιουργείται ο Ο.Ε.Σ.Β εικονογραφούν ο Μίμ-Παπ, ο Τάκης Καλμούχος, ο Μάριος Αγγελόπουλος, ο Γιώργος Λυδάκης, ο Βάσος Γερμενής και ο Σ. Βιττωρόπουλος.  Ο  Ο.Ε.Σ.Β - ιδρύεται με τον Μεταξικό Α.Ν 952/1937 με σκοπό την έκδοση και την διάθεση των σχολικών βιβλίων.  Η συγγραφή και η εικονογράφησή τους ανατίθεται σε κειμενογράφους και εικονογράφους μετά από κρατικό διαγωνισμό.  Τα πρώτα του βιβλία εικονογραφούνται από μαθητές του Κεφαληνού, όπως η Λουΐζα Μοντεσάντου και ο Κώστας Γραμματόπουλος, οι οποίοι και διακρίνονται στη συνέχεια σε διεθνείς εικονογραφικούς διαγωνισμούς για τα αλφαβητάριά τους.
     Βλέπουμε, λοιπόν, ξεκάθαρα ότι το σχολικό αλφαβητάρι είναι  ένας ευαίσθητος όσο και ακριβής δείκτης μέτρησης της ποιότητας της κοινωνικής δομής, αρκεί βέβαια να υπάρχει η ικανότητα και η διάθεση για μια τέτοιου είδους παρατήρηση. 



Περιλαμβάνεται στο: Δελτίο Επιστημονικής Αρθρογραφίας Παιδαγωγικού Ινστιτούτου.τευχος 20 www.pi-schools.gr/download/publications/dea/dea20.pdf
     ΒΑΣΙΚΕΣ ΠΗΓΕΣ
1.     Βεργόπουλος Κ: Εθνισμός και οικονομική ανάπτυξη- Η Ελλάδα στον μεσοπόλεμο. Εξάντας Αθήνα 1982.
2.     Βυζάντιος Π.: Η ζωή ενός ζωγράφου.(Αυτοβιογραφία)  Μ.Ι.Ε.Τ.             Αθήνα 1994.
3.     Δημαράς Αλέξης: Το Αλφαβητάρι με τον Ήλιο..  Ερμής                Αθήνα 1976.
4.     Glogg Richard:  Σύντομη ιστορία τής νεότερης Ελλάδας. εκδ Καρδαμίτσα .       Αθήνα 1984
5.     Κάζδαγλης Ε.Χ  Γιάννης Κεφαληνός.  Μορφ.Ιδρ. Εθνικής Τράπεζας Ελλάδος.        .      Αθήνα 1991
6.     Κεφαληναίου Ε    Νεοελληνικά Αλφαβητάρια. Παρασκήνιο.        Αθήνα  1995.
7.     Κωτίδης Α              Ο ζωγράφος  Μαλέας.  εκδόσεις Αδάμ        Αθήνα 2000.

8.     Ματθιόπουλος Ε        Η συμμετοχή τής Ελλάδας στην μπιενάλε τής Βενετίας 1934-40.        Διδ. διατ (δκτλ .αδ). Παν. Κρήτης.     Ρέθυμνο1996.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου